Menu

stasibanner

Και όμως δεν είναι έτσι επειδή έτσι νομίζετε... Κύριο

Η καταψήφιση από την ομάδα των 9 του δημοτικού προϋπολογισμού έδωσε σχήμα σε μία αντίθεση που από καιρό εμφυλοχωρούσε στο εσωτερικό της παράταξης και που ουσιαστικά δεν αφορά μόνο τους 9 αλλά μία ευρύτερη ομάδα που συσπειρώνεται και ουσιαστικά ενοποιείται με βάση την αντίθεσή της στη δημοτική παράταξη. Αν και η ένταση της σύγκρουσης όπως και η ενοποίηση ουσιαστικά έχει τη βάση της σε προσωπικές αντιθέσεις, με δεδομένο ότι ενδύεται και με πολιτικά χαρακτηριστικά καλό θα ήταν να αναφερθούμε και στα πολιτικά λάθη της ομάδας των διαφωνούντων. Πρόκειται για λάθη «δεξιού» κυρίως χαρακτήρα παρά το ότι αυτά ενδύονται με «αριστερή» φρασεολογία και δυστυχώς είναι λογικές που κατά καιρούς εμφανίζονται στο σύνολο του πολιτικού χώρου της Αριστεράς. Ο χαρακτηρισμός «διαφωνούντες» χρησιμοποιείται ώστε να μην αναφερθούν συγκεκριμένα ονόματα πλην όμως νομίζω ότι οι έχοντες εικόνα μπορούν και να προσωποποιήσουν τα όσα θα αναφερθούν.

Έχουμε περιγράψει και στο παρελθόν την ιδιαιτερότητα της δημοτικής παράταξης. Ουσιαστικά πρόκειται για την ενοποίηση μιας ομάδας ανένταχτων κυρίως αριστερών που συγκροτούσαν την Αντίσταση και μέρους ενός δημοτικού σχήματος του Συνασπισμού, τους Πολίτες του Χαλανδρίου. Η κοινή πορεία ουσιαστικά οδήγησε στη διάλυση και όσμωση των μελών των δύο σχημάτων χωρίς όμως να αλλοιώσει τα βασικά χαρακτηριστικά της συνεύρεσής τους που ήταν η δυνατότητα κοινής δράσης, με άξονα την τοπική κοινωνία, μιας ενότητας ανθρώπων με διαφορετικά ιδεολογικοπολιτικά χαρακτηριστικά και διαφορετικές ιστορικές πορείες σε σχήματα της Αριστεράς. Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές προσεγγίσεις σε κομβικά θέματα όπως το εθνικό, την ΕΕ κλπ η δημοτική παράταξη διατηρούσε την αυτονομία της έναντι των πολιτικών σχημάτων του κέντρου παρά το ότι τοποθετούνταν και επί του κεντρικού πολιτικού. Σε κάθε περίπτωση όμως αποτελούσε ένα εργαστήριο παραγωγής πολιτικής αλλά και θέσεων στον τομέα της τοπικής κοινωνίας επιδιώκοντας το διάλογο, παραμένοντας πάντα ένας μαζικός χώρος πολιτικής έκφρασης.


Αυτονομία των μαζικών χώρων ή όχι;
Το πρώτο πρόβλημα που παρουσιάζει η στάση των διαφωνούντων –στάση που αφορά και το σύνολο της Αριστεράς– είναι εάν σέβεσαι την αυτονομία των μαζικών χώρων, εάν στο εσωτερικό τους παλεύεις την πολιτική σου άποψη ή εάν αποχωρείς από το μαζικό χώρο όταν η πολιτική σου πρόταση δεν φαίνεται να γίνεται δεκτή. Οι διαφωνούντες επέλεξαν το τελευταίο. Είτε ως ΛΑΕ, είτε ως επικαλούμενοι στην κεντρική πολιτική σκηνή την «αυτονομία».


Όσον αφορά τη δημοτική παράταξη η οργανωμένη αποχώρηση όσων πρόσκεινται στη ΛΑΕ έχει ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά με την αποχώρηση των «συντηρητικότερων» μελών του ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά. Δηλαδή όσων δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι το κόμμα τους μπορεί να προσφέρει πολιτική στήριξη σε ένα σχήμα που δεν ελέγχεται από το κόμμα, ο υποψήφιος δήμαρχος δεν είναι κομματικό στέλεχος, ενώ στη δημοτική παράταξη υπάρχουν δεκάδες μέλη που απλά δεν είναι ΣΥΡΙΖΑ. Είναι προφανές ότι πρόκειται για δεξιό λάθος απόλυτα αντίθετο με την κοινή αριστερή λογική αλλά και τις ιστορικές παραδόσεις της Αριστεράς και του λενινισμού (για όσους ακόμα τον επικαλούνται να θυμίσουμε ότι καλούσε για πάλη κυρίως μέσα στα αντιδραστικά συνδικάτα). Το ίδιο λάθος είναι και ο πολιτικός βερμπαλισμός (τον βίωσαν όσοι συμμετείχαν στις «πλατείες») της «αυτονομίας» την ίδια στιγμή που οι λύσεις που πρέπει να δώσει μία διοίκηση είναι άμεσες, σύνθετες και εν πολλοίς αντιφατικές με τα όσα πιστεύει πολιτικά.

Η αποχώρηση όμως όλων (ΛΑΕ και «αυτονομίας») δεν έγινε μόνο από τη δημοτική παράταξη αλλά και από το «Μαζί να τα Φάμε», μία πρωτοβουλία αλληλεγγύης χρόνων με αμεσοδημοκρατικό και συνελευσιακό τρόπο λειτουργίας και στο οποίο ουδέποτε διατυπώθηκαν πολιτικές διαφωνίες ενώ κάποιοι από τους «διαφωνούντες» εκπροσωπούσαν εν λευκώ το σχήμα στο κεντρικό συντονιστικό των χωρίς μεσάζοντες. Σε αυτή την περίπτωση οι «διαφωνούντες» δεν μπορούν να επικαλεστούν «έλλειψη δημοκρατίας» ή «δημαρχοκεντρικό» μοντέλο λειτουργίας. Η «σιωπηρή» αποχώρηση από ένα αμεσοδημοκρατικό σχήμα που κάθε μήνα συγκεντρώνει σε ένα χώρο περισσότερους από χίλιους πολίτες απλά δηλώνει άκρατο μικροαστισμό και υποτίμηση του λαϊκού παράγοντα. Παραμένει ερωτηματικό πως είναι δυνατό να μην εκμεταλλεύεσαι πολιτικά έναν χώρο συγκέντρωσης χιλιάδων κατοίκων, φιλικά προσκείμενων σε εσένα, ενώ παράλληλα εγγράφως εγκαλείς κάποιους γιατί δεν έδωσαν την εξουσία στους πολίτες.


Παλεύουμε στους μαζικούς χώρους ή όχι;
Η αποχώρηση των μελών της ΛΑΕ ανακοινώθηκε πράγματι με κείμενο. Αποτέλεσε αυτό το κείμενο συρραφή δύο άλλων κειμένων: της αποχώρησης αντιδημάρχου από τη θέση ευθύνης και ενός κειμένου δημοτικού συμβούλου, δύο χρόνια μετά την ανάληψη της εξουσίας από τη νέα διοίκηση και τα δύο. Η πλήρης απουσία πολιτικών κειμένων -και αυτό δεν αφορά τα διάφορα ψηφίσματα που καν δεν κατατίθονταν στην παράταξη έγκαιρα ώστε να γίνει πολιτική συζήτηση (εξαιρείται μόνο ένα κείμενο για τη συγκρότηση του ανοικτού πανεπιστημίου το οποίο όμως συνοδεύτηκε από τη μη πλήρη συμμετοχή στην ομάδα συγκρότησής του) αποτελεί απόδειξη πλήρους απαξίας των μαζικών διαδικασιών ειδικά σε θέματα στρατηγικής στο εσωτερικό της παράταξης. Την ίδια στιγμή που από τη μεριά της «ηγετικής ομάδας» κατατίθονταν κείμενα σωρηδόν χωρίς αντίρρηση.
Πολύ περισσότερο η έλλειψη ανάληψης οποιασδήποτε άλλης πρωτοβουλίας στην τοπική κοινωνία, αναδεικνύει άλλο ένα πολιτικό πρόβλημα των δυνάμεων της Αριστεράς.
Παλεύουμε, εκμεταλλευόμενοι τα μαζικά σχήματα, την πολιτική μας γραμμή ή εγκαλούμε άλλους να την υλοποιήσουν; Η πολιτική ιστορία της παράταξης αποδεικνύει το πρώτο. Κινήσεις όπως η επιτροπή αγώνα για το Νομισματοκοπείο, για το Δουζένη, για το Μαζί να τα Φάμε, για τους Ρομά, για το συμμετοχικό προϋπολογισμό κλπ αποτελούν πρωτοβουλίες ατόμων από την παράταξη που στη συνέχεια υιοθετήθηκαν από αυτήν. Αυτό αποτελεί και τη σωστή σχέση πολιτικής πρωτοπορίας και μαζικού χώρου. Αλήθεια, οι διαφωνούντες ποια ακριβώς πολιτική πρωτοβουλία ανέλαβαν; Και πόσο τη δούλεψαν ώστε αυτή να υιοθετηθεί από τα μέλη της παράταξης; Είναι χαρακτηριστική η στάση ενός σημερινού «διαφωνούντα» που σε 25 συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου απουσίαζε τις 17 καθώς και από όλες τις δημοτικές ομάδες της παράταξης. Υπάρχει απάντηση;
Όσον αφορά τις παρεμβάσεις των διαφωνούντων στο Μαζί να τα Φάμε αυτές προαναφέρθηκαν.


Είναι η παράταξη ΣΥΡΙΖΑ ή όχι;
Στην πολιτική της πορεία η αριστερά αγωνιζόταν ώστε μαζικά σχήματα να χρεωθούν στην πολιτική της επιρροή. Είναι προφανές βέβαια ότι δεν χαρίζεις στον πολιτικό σου αντίπαλο ένα σχήμα που μάλιστα υποτίθεται ότι παλεύεις στο εσωτερικό του. Πολύ περισσότερο όταν γνωρίζεις ότι σε αυτό παλεύουν πρώην σύντροφοί σου που καμιά σχέση δεν έχουν, ούτε είχαν ποτέ με το ΣΥΡΙΖΑ, ενώ επίσης παραδέχεσαι ότι η δική τους προσπάθεια αναγνωρίζεται θετικά από μεγάλα τμήματα του πληθυσμού της πόλης και εργαζόμενους στο δήμο. Σήμερα όμως ζούμε το αδιανόητο. Ένα πολιτικό σχήμα που δεν ανήκει μόνο στο ΣΥΡΙΖΑ πολιτογραφείται πλατιά στον κόσμο ως τέτοιο αποκλειστικά και μόνο μέσα από το δημόσιο κείμενο της ομάδας που διαφωνεί, απλά για να δικαιολογηθούν οι προσωπικές της επιλογές και τα πολιτικά της αδιέξοδα. Αλήθεια, η υπεράσπιση του δημόσιου τομέα απέναντι στις ιδιωτικοποιήσεις, οι πρακτικές της μείωσης των δημοτικών τελών και της κοινωνικής αλληλεγγύης είναι συμβατές με τις πολιτικές που ακολουθούνται από τη σημερινή κυβέρνηση; Είναι θέσεις που πρέπει ή δεν πρέπει να υιοθετήσει ένα μαζικό σχήμα και όχι προφανώς ένας κομματικός μηχανισμός; Και αν πρέπει να υπάρξουν βελτιώσεις, ποιες ακριβώς είναι αυτές;


Πλατύ μέτωπο αντίστασης ή πολιτικός αναχωρητισμός;
Πολιτική πρόταση της ΛΑΕ αλλά και άλλων ομάδων της «ριζοσπαστικής» Αριστεράς, είναι η ανάγκη συγκρότησης ενός μετώπου με μίνιμουμ συμφωνία σε αντιμνημονιακή κατεύθυνση. Είναι προφανές ότι μετά τη στροφή του ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2015, πέρα από τις όποιες εξαγγελίες που για τον πλατύ κόσμο ελάχιστη σημασία έχουν, χρειάζεται η υιοθέτηση πολιτικών δράσεων που μπορούν να αποδείξουν ότι υπάρχει δυνατότητα για μία άλλη πορεία. Στο δήμο αυτό ήδη γίνεται με αποτέλεσμα το κύρος της δημοτικής αρχής και η αναγνώριση του έργου της (κυρίως σε υποδομές, σχολεία, αθλητικούς χώρους κλπ) να είναι πολύ ευρύτερο του πολιτικού χώρου που εκπροσωπεί κάτι που παραδέχονται και οι διαφωνούντες. Την ίδια στιγμή στο κείμενο των διαφωνούντων επιλέγεται «μία μακριά περίοδος ανασυγκρότησης έξω από την πολιτεία και τους θεσμούς της». Πρόταση που έρχεται μετά από επτά ολόκληρα χρόνια οικονομικής κρίσης αλλά και την ίδια στιγμή που δυνάμεις της Αριστεράς ασκούν διοίκηση σε μία πόλη 100.000 κατοίκων.
Πρόκειται για πολιτική πρόταση αυτοκτονίας αφού ουσιαστικά προτείνεται η παραίτηση από το πολιτικό καθήκον που η ίδια η δημοτική παράταξη διεκδίκησε και κέρδισε με πρωτοστατούντες κάποιους από τους διαφωνούντες. Ταυτόχρονα επιδιώκεται με την καταψήφιση του προϋπολογισμού η εγκατάλειψη οποιασδήποτε ριζοσπαστικής πολιτικής εφαρμόζει η δημοτική παράταξη (και η οποία επικροτείται) πχ συμμετοχικός προϋπολογισμός, συνελεύσεις κατοίκων, Ρομά κλπ στο όνομα μιας μελλοντικής αναζήτησης ενός άλλου θεσμικού μοντέλου στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Πρόκειται για πολιτική πρόταση ήττας (το γνωστό «δεν γίνεται τίποτα») αντίστοιχης με το συναίσθημα που δημιούργησε η στροφή του ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2015 σε όλο τον κόσμο της Αριστεράς. Όμως αυτό ακριβώς αυτό το συναίσθημα οφείλουν να ανατρέψουν οι υγιείς δυνάμεις της Αριστεράς.


Φίλοι και εχθροί
Είναι φανερό ότι όταν πολιτική σου πρόταση αποτελεί η συγκρότηση ενός μετώπου ή ακόμα και όταν απλά σαν οργανωμένη δύναμη παλεύεις για την διάδοση και υιοθέτηση της πολιτικής σου πρότασης, αναζητάς μαζικό χώρο δράσης αλλά και τα πιο συγγενή σου ιδεολογικά τμήματα προκειμένου να τα πείσεις για τις απόψεις σου. Αντίθετα οι διαφωνούντες δημιουργούν μέτωπο με τις πιο εξωνημένες πολιτικές δυνάμεις της πόλης (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ) ενάντια στο πιο συγγενές τους πολιτικά κομμάτι, απομονωνόμενοι συνεχώς όχι από τα υπόλοιπα δραστήρια μέλη της πλειοψηφίας της παράταξης αλλά και από έναν ευρύτερο περίγυρο που την παρακολουθεί. Αυτό μάλιστα συμβαίνει την ίδια στιγμή που στελέχη και απλοί ψηφοφόροι των δύο κομμάτων προσεγγίζουν φιλικά ή ανέχονται το πολιτικό πρόσημο της δημοτικής παράταξης λόγω του επιτυχημένου έργου της.


Είναι προφανώς μία αδιέξοδη πολιτική που μόνο της άλλοθι θα μπορούσε να αποτελεί η προσέγγιση με το ΚΚΕ. Μόνο που το ΚΚΕ έχει εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις από όσα οι διαφωνούντες εκθέτουν στο κείμενό τους και ειδικά οι οπαδοί της «αυτονομίας» καθώς και διαχρονικά η πλειοψηφία των μελών της παράταξης Άρα; Δημοκρατία για ποιόν, με ποιόν και πως;


Μετά την καταψήφιση του προϋπολογισμού ως βασικό αίτιο στα κείμενα των διαφωνούντων παρουσιάζεται η έλλειψη συνδιαμόρφωσης του προϋπολογισμού με τις άλλες παρατάξεις της αντιπολίτευσης. Μπορεί βέβαια αυτό να αποτελεί τη συγκολλητική ουσία του νέου μετώπου ενάντια στη διοίκηση του δήμου, πρόκειται όμως για εντελώς αστικού τύπου προσέγγιση όχι μόνο γιατί παραβλέπει τα πραγματικά

χαρακτηριστικά αυτών των σχημάτων (διαφθορά, διαπλοκή κλπ) αλλά γιατί τις αντιμετωπίζει πλήρως αταξικά. Αλήθεια τι ακριβώς συνδιαμορφώσεις μπορείς να κάνεις με τα κόμματα του νεοφιλελευθερισμού, που δεν μπορείς να κάνεις με τους πρώην συντρόφους σου; Από πότε οι προτάσεις της αντιπολίτευσης έχασαν τον ταξικό τους χαρακτήρα ειδικά όταν κατηγορείς μία αριστερή παράταξη (δεν αρνείσαι ότι είναι τέτοια) ότι έχει χάσει τον ταξικό της προσανατολισμό; Τρικυμία εν κρανίω ή άκρατος τακτικισμός για προσωπικούς λόγους;


Όμως η δημοκρατία είναι μια πολύ ταλαιπωρημένη έννοια. Το αίτημα της δημοκρατίας στις διαδικασίες μιας συλλογικότητας της Αριστεράς σημαίνει όλοι να έχουν το δικαίωμα να διατυπώσουν ελεύθερα τη γνώμη τους («η εσωκομματική πάλη δίνει στο κόμμα δύναμη και ζωτικότητα» έλεγε ο Λένιν) χωρίς διοικητικά μέτρα από την πλειοψηφία. Δημοκρατία δεν είναι η πλειοψηφία να υποτάσσεται στη μειοψηφία, ούτε βέβαια να της στερείται το δικαίωμα χάραξης πολιτικής. Να θυμηθούμε λοιπόν ότι πολλοί από τους διαφωνούντες τοποθετούνταν ως δημοτική παράταξη χωρίς να έρχονται στις διαδικασίες της παράταξης και ενάντια σε όσα η πλειοψηφία αποφάσιζε σε αυτές τις διαδικασίες. Αποθέωση του μικροαστικού ατομισμού ή αριστερή πρακτική;


Με τον ίδιο όμως αστικό τρόπο γίνεται και η κριτική στο πρόσωπο του δημάρχου ή της «ηγετικής ομάδας» που πάντα παραμένει ανώνυμη γιατί μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει ως τέτοια. Αντί να περιγραφούν ή να προταθούν λύσεις στις πραγματικές αντιφάσεις που αντιμετωπίζει μία αριστερή διοίκηση σε ένα πολυταξικό περιβάλλον όπως μια πόλη, με ένα ταξικό και ασφυκτικό θεσμικό πλαίσιο, με μία δημόσια διοίκηση που δομήθηκε και επανδρώθηκε με κομματικά κριτήρια κλπ, επιλέγεται η αντιμαρξιστική ερμηνεία της αιφνίδιας μετάλλαξης ή των προσωπικών χαρακτηριστικών και επιλογών. Πρόκειται για την άλλη όψη της προσωπολατρείας (με τα χαρακτηριστικά του προσωπο-μίσους στην περίπτωσή μας) όπου επιχειρείται διά των προσώπων (της λατρείας ή της στοχοποίησής τους) να ερμηνευθεί η πραγματικότητα των κοινωνικών αντιθέσεων και συγκρούσεων. Πρόκειται για διαχρονική στρέβλωση στο εσωτερικό της αριστεράς που εμφανίζεται τόσο στο εσωτερικό της παράταξης κυρίως όμως στο εσωτερικό των διαφωνούντων. Έτσι παρά τις δηλώσεις περί «σταλινισμού» της διοίκησης υιοθετούνται από τους διαφωνούντες μέθοδοι που άνετα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «σταλινικές» (προσωπικά θα τις χαρακτήριζα απλώς αήθεις)


Επίλογος
Τα όσα προαναφέρθηκαν αποτελούν ίσως απλοϊκές σκέψεις ενός «ικανού, τίμιου και εργατικού αριστερού» όπως χαρακτηρίζονται τα μέλη της δημοτικής παράταξης και της ηγετικής ομάδας από τους διαφωνούντες. Οι ίδιοι βέβαια δηλώνουν ότι ο αγώνας για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης σε έναν δήμο δεν έχει τόση σημασία, αφού καταστρέφεται η χώρα, άρα σε αυτό καλούνται εν πρώτοις να απαντήσουν.


Αυτό το τελευταίο είναι και το μεγαλύτερό τους λάθος.

Γιατί είναι θεμιτό να διαφωνούν με μία προσέγγιση που ισχυρίζεται ότι «η προσπάθεια στο δήμο μπορεί να συμβάλει στις επιβεβλημένες ανατροπές που έχει ανάγκη η χώρα». Δεν είναι όμως θεμιτό με τη στάση τους να προσπαθούν να εμποδίσουν την επιτυχία αυτού του πειράματος (με ό,τι προβλήματα και αντιθέσεις μπορεί να εμφανίζονται σε αυτό) παρά το ότι οι ίδιοι δεν διαθέτουν καμία εναλλακτική πρόταση.
Την καλύτερη απάντηση σε αυτό το λάθος την έδωσε ο ίδιος ο Λένιν 100 χρόνια νωρίτερα, πριν η γελοιότητα αντικαταστήσει την πολιτική: «Φαντάζεστε τον εαυτό σας «τρομερούς επαναστάτες» αγαπητοί οπαδοί της αποχής και αντικοινοβουλευτικοί, στην πραγματικότητα όμως τρομάξατε μπροστά στις μικρές σχετικά δυσκολίες της πάλης ενάντια στις αστικές επιδράσεις μέσα στο εργατικό κίνημα, ενώ η νίκη σας δηλ. η ανατροπή της αστικής τάξης και η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο θα δημιουργήσει αυτές τις ίδιες δυσκολίες σε ακόμα μεγαλύτερες, σε ασύγκριτα μεγαλύτερες διαστάσεις. Τρομάξατε σαν τα μικρά παιδιά από τη μικρή δυσκολία που έχετε σήμερα μπροστά σας χωρίς να καταλαβαίνετε πως αύριο ή μεθαύριο θα χρειαστεί οπωσδήποτε να μάθετε – και να μάθετε κατά βάθος- να υπερνικάτε αυτές τις δυσκολίες σε ασύγκριτα μεγαλύτερη έκταση.» (Ο Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού σελ:149)

Τελευταία τροποποίηση στιςΤρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017 06:44
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Ανοιχτή επιστολή του δημάρχου Σίμου Ρούσσου
επιστροφή στην κορυφή