Menu

stasibanner

Οδοιπορικό στην Λέσβο των προσφύγων (Α΄ μέρος)

Βρέθηκα στη Λέσβο 28/8-1/10/15 συνοδεύοντας μια επίσημη διερευνητική αποστολή της Unicef. Σ' αυτήν συμμετείχαν διαπιστευμένοι επαγγελματίες από Γενεύη, Νέα Υόρκη και Ατλάντα, ένας φωτογράφος, ένας κινηματογραφιστής, ένας συντάκτης και μία διερμηνέας. Σκοπός ήταν να ερευνηθεί το γεγονός της μετακίνησης προσφύγων και να αποτυπωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο στις πραγματικές του διαστάσεις. Εγώ ανέλαβα να βοηθήσω την αποστολή να επισκεφθεί τους χώρους όπου ήταν σε εξέλιξη η άφιξη των κατατρεγμένων με τις γνωστές βάρκες από τα τουρκικά παράλια.

Το πρώτο σοκ το πήρα καθώς το αεροπλάνο χαμήλωνε για να προσγειωθεί και στις ακτές του νησιού φαινόταν η πορτοκαλί γραμμή από τα σωσίβια που αφήνουν οι πρόσφυγες μόλις πατήσουν το πόδι τους στη στεριά. Στη Μυτιλήνη συνάντησα τον δικηγόρο Κώστα Κορδώνη, εθελοντή της Unicef, ο οποίος με σύστησε στην Αστυνομία και κάναμε τις διαδικασίες για να μας επιτραπεί η είσοδος στα Κέντρα Υποδοχής. Με πήγε επίσης στο γραφείο του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης, όπου βρίσκεται η Ζωή Λειβαδίτου, μια απερίγραπτη ακτιβίστρια γιατρός, που καλείται να προσφέρει τις πρώτες βοήθειες και συγκεντρώνει τα χρειαζούμενα για να τα διανείμει στους πρόσφυγες... Συγκινητική εμπειρία ....

Εκεί έρχονταν κάθε λίγο και άλλοι εθελοντές, ντόπιοι επί το πλείστον, για να φέρουν ή να ζητήσουν πράγματα και να δηλώσουν διαθεσιμότητα. Ανάμεσά τους ο Σταύρος Μυρογιάννης (ανιψιός του ήρωα του Πολυτεχνείου) ο οποίος ανήκει σε ομάδα καταδρομέων που κάνουν διασώσεις. Οι ΜΚΟ έρχονται η μια μετά την άλλη, όπως και οι ξένοι πρεσβευτές, αλλά όπως λέει η Ζωή, «οι περισσότεροι λένε την άποψή τους και εμφανίζονται εκεί που υπάρχουν τηλεοράσεις»!
Τόσο τα δύο μέλη που ήρθαν νωρίτερα όσο και εγώ κάναμε τις πρώτες αναγνωριστικές επισκέψεις και επαφές. Το βράδυ βρεθήκαμε όλη η αποστολή μαζί και συζητήσαμε το πλάνο. Αποφασίσαμε να βρεθούμε το συντομότερο κοντά στους χώρους άφιξης και διάσωσης. Έτσι προγραμματίσαμε να ξυπνήσουμε το πρωί στις 5 για να πάμε στη Σκάλα Συκαμιάς, όπου γίνονται οι περισσότερες αφίξεις. Νοικιάσαμε 2 αυτοκίνητα διότι είχαμε να μεταφέρουμε και πολλά μηχανήματα. Μαζί μας ήταν και μία φοιτήτρια του Πανεπιστημίου της Αθήνας από το τμήμα ΜΜΕ και Επικοινωνία, η οποία προσφέρθηκε να βοηθήσει εθελοντικά.

Δεύτερη μέρα με την αντιπροσωπεία της UNICEF στη Λέσβο
Έχετε ακούσει αυτό που λένε «άλλο να το ακούς και άλλο να το βλέπεις»; Ε, λοιπόν σήμερα είδαμε αυτό που δεν μπορούμε να φανταστούμε όταν ακούμε να το περιγράφουν: Τις εικόνες από την άφιξη των προσφύγων και μεταναστών στην Ελλάδα από τα τουρκικά παράλια. Στην περιοχή της Σκάλας Συκαμιάς στη βορειοδυτική πλευρά της Λέσβου, η μια μετά την άλλη καταφτάνουν οι βάρκες των απελπισμένων. Πολλές ακόμα στην Εφταλού και στο Μόλυβο, λιγότερες στην περιοχή του αεροδρομίου. Οι σκηνές που εκτυλίσσονται είναι συγκλονιστικές. Οι βάρκες είναι μαύρες, φουσκωτές, μήκους 8-10 μέτρων περίπου αλλά «φορτωμένες» με 50-60 άτομα η κάθε μια τουλάχιστον. Τη μηχανή τη χειρίζονται οι ίδιοι οι πρόσφυγες πλέον, αλλά δεν τα καταφέρνουν πάντα καλά.
Καθώς μία βάρκα πλησίαζε στην ακτή και, ενώ βρισκόταν σε απόσταση μικρότερη από 100 μέτρα, άρχισε να βουλιάζει. Χέρια και κουπιά υψώνονταν, φωνές ακούγονταν καλώντας σε βοήθεια, αλλά οι εθελοντές που βρίσκονταν στην περιοχή δεν μπορούσαν να φτάσουν γρήγορα κοντά, διότι η ακτή είναι βραχώδης και ο δρόμος όπου είχαν σταματήσει με τα αυτοκίνητά τους σε τέτοιο υψόμετρο, ώστε χρειάζονταν χρόνο για να προσεγγίσουν. Για καλή τους τύχη ένα σκάφος του λιμενικού που είχε ξεκινήσει την περιπολία του αρκετή ώρα πριν, φάνηκε στον ορίζοντα. Πλησιάζει αργά-αργά και η αγωνία κορυφώνεται, θα προλάβει να φτάσει κοντά τους; Οι πρόσφυγες φωνάζουν όσο δυνατότερα μπορούν. Ευτυχώς τα κατάφερε! Με σταθερή ταχύτητα οι λιμενικοί πλησίασαν, έδεσαν τη βάρκα με σκοινί και βοήθησαν τους επιβάτες της να επιβιβαστούν στο ελληνικό σκάφος.

Δεν πέρασε πολλή ώρα και μια άλλη βάρκα πλησίασε την ακτή, αλλά καθώς ένας πρόσφυγας προσπάθησε να την τρυπήσει, όπως τους έχουν υποδείξει, ο αέρας που εκτινάχτηκε με δύναμη τον πέταξε στη θάλασσα. Εκείνος άρχισε να κολυμπάει και να καλεί σε βοήθεια με κινήσεις των χεριών και με φωνές. Ένας Νορβηγός που βρισκόταν κοντά, έτρεξε ως την ακτή, βούτηξε κατευθείαν στο νερό, τον αγκάλιασε και τον βοήθησε να βγει έξω. Πλησιάσαμε κι εμείς εκεί και ευτυχώς είχα μαζί μου ένα από αυτά τα μεταλλικά καλύμματα του σώματος που κρατούν τη θερμοκρασία σταθερή, (μου το είχε δώσει η Ζωή Λειβαδίτου για να έχω ένα δείγμα από το είδος αυτό που έχουν ανάγκη). Έτσι σώθηκε ο άνθρωπος από πνιγμό και από πνευμονία. Ο Σύριος πρόσφυγας φανερά ικανοποιημένος, αφού ζεστάθηκε, άρχισε να ρωτάει με αγωνία πού πήγε η οικογένειά του με το σκάφος του λιμενικού και πώς θα τους βρει. Ευτυχώς ο Patric προθυμοποιήθηκαν να τον πάνε ως το Μόλυβο.

Η επόμενη βάρκα σκίστηκε χτυπώντας στα βράχια. Αμέσως μια ομάδα Ισπανών διασωστών που είχαν έρθει με όλον τους τον εξοπλισμό έπεσε στον νερό και έβγαλε πρώτα τα παιδιά και μετά τους μεγάλους.
Καθώς βγαίνουν, ο αέρας σκίζεται από τα επιφωνήματα χαράς και τα χειροκροτήματα, ενώ η ανάσα ακούγεται δυνατή, η καρδιά καλπάζει και τα μάτια τρέχουν από τη συγκίνηση. Ο νους δε μπορεί ακόμα να πιστέψει ότι τα πόδια πατούν σε ασφαλές έδαφος! Κάποιοι κάνουν το σήμα της νίκης, άλλοι προσεύχονται, σκύβουν και φιλούν τα βότσαλα, ντόπιοι και ξένοι αγκαλιάζονται και απ' τη μια ακούγονται καλωσορίσματα και από την άλλη ευχαριστίες. Μία Σύρια που δε φορούσε μαντήλα ξέκοψε λιγάκι από τους άλλους. Την ακολούθησα με το βλέμμα μου και όταν κατάλαβε ότι την κοιτούσα με κοίταξε κι αυτή. Ήταν άραγε χριστιανή; Πλησίασε ένα κορίτσι που μάλλον ήταν η κόρη της και άρχισε να με κοιτάει και να κλαίει, αλλά κάπου-κάπου χαμογελούσε! Κατάλαβα, ήταν δάκρυα χαράς και ευγνωμοσύνης!
Μα όλοι είναι βρεγμένοι! Έλληνες και ξένοι εθελοντές τους δίνουν αμέσως στεγνά παπούτσια και ρούχα και απλώνουν τα βρεγμένα τους σε ένα φράχτη για να στεγνώσουν, ώστε να τα φορέσουν άλλοι αργότερα. Μια βελγίδα η Annabell μαζεύει τα παιδικά ρούχα για να τα πλύνει στο σπίτι της και να τα φέρει την επομένη καθαρά και σιδερωμένα.

Mια αμερικανίδα νοσηλεύτρια και ένας κολομβιανός γιατρός ρωτάνε αν κάποιος χρειάζεται ιατρική βοήθεια, ενώ η Φανή (η φοιτήτρια) βοηθάει μια ηλικιωμένη πρόσφυγα να περπατήσει γιατί, πατώντας στις πέτρες της παραλίας, γύρισε το πόδι της και πονάει. Εγώ εντοπίζω ένα μωρό που δεν είναι πάνω από τριών μηνών και απορώ πώς δεν κλαίει, παρόλο που είναι από τη μέση και κάτω βρεγμένο. Ποιος ξέρει τι άλλο έχει τραβήξει το κορμάκι του γεννημένο στο λαβύρινθο της εξορίας, στους μαύρους δρόμους της προσφυγιάς.
Μια ομάδα Ελλήνων και Αλβανών τσακώνονται για το ποιος θα πάρει τη μηχανή της βάρκας για να την ξαναπουλήσει ...απέναντι. Ευτυχώς! διότι αν μείνει εκεί, θα σπάσει και αιχμηρά κομμάτια μετάλλου και γυαλιού θα σκορπιστούν στην ακτή. Την ίδια στιγμή μια ομάδα Σουηδών οικολόγων προσπαθεί να απομακρύνει τα πλαστικά απομεινάρια της βάρκας για να μην τα παρασύρει το κύμα και ξαναβρεθούν στη θάλασσα.

Παρά τα αλλεπάλληλα δρομολόγια των αυτοκινήτων καθαριότητας του δήμου και παρά τα τόσα φορτώματα που κάνουν οι υπάλληλοι, μια ακτογραμμή περίπου 30 χιλιομέτρων μαυρίζει από τις σκισμένες πλαστικές βάρκες ή φωσφορίζει από τα βουνά με τα πορτοκαλί σωσίβια. Είναι δυνατόν ο δήμος να υπόκειται στους μνημονιακούς περιορισμούς για την κατανάλωση βενζίνης;
Μετά τη διάσωση αρχίζει το μαρτύριο της πεζοπορίας, μέχρι να φτάσουν στη Μυτιλήνη όπου βρίσκονται τα κέντρα καταγραφής. Υπάρχουν λεωφορεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για να τους μεταφέρουν, αλλά οι περισσότεροι δεν το ξέρουν και ξεκινούν να κάνουν μια διαδρομή 50 χιλιομέτρων με τα πόδια ή με ωτοστόπ. Μια οργάνωση Νορβηγών έχει στήσει ολόκληρο νοικοκυριό σε κάποιο σημείο της ακτής, μοιράζει μπουκάλια νερού, χαρτομάντιλα, πάνες για τα μωρά, πακέτα ξηράς τροφής. Η οργάνωση «Ο άλλος άνθρωπος» έχει στήσει ολόκληρη κουζίνα στο ύπαιθρο με ένα μεγάλο καζάνι με φαγητό που βράζει. Ένας νεαρός ιερωμένος περνάει με ένα μικρό λεωφορείο και παραλαμβάνει μητέρες και παιδιά. Οι υπόλοιποι περπατάνε, περπατάνε... κάποιοι σωριάζονται στην άκρη του δρόμου αποκαμωμένοι. Κάποιους τους παίρνουν τα αυτοκίνητα των εθελοντών ή ακόμα και των δημοσιογραφικών συνεργείων, αλλά είναι τόσο λίγοι... Με δυσκολία πείσαμε κι εμείς μια μητέρα με το κοριτσάκι της να έρθει στο αυτοκίνητό μας. Έχει δίκιο να φοβάται μετά από όσα έχει δει...


Μέχρι τη μία το μεσημέρι είχαμε μετρήσει 25 βάρκες. Οι Αστυνομικοί μου είπαν ότι την προηγούμενη μέρα έφτασαν 44 βάρκες. Το βράδυ από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου είδα πάλι κόσμο να περπατάει από την περιοχή του αεροδρομίου προς την πόλη. Εκεί η απόσταση είναι 3-4 χιλιόμετρα, αλλά έχουν κάνει πολύ περισσότερες ώρες μέσα τη βάρκα από την απέναντι ακτή. Μαζί τους και μικρά παιδιά που βαδίζουν βουβά δίπλα στους γονείς τους. Στο λιμάνι εμφανίστηκαν δύο αδερφάκια από το Αφγανιστάν, που ζητούσαν χρήματα για να βγάλουν το εισιτήριο για Πειραιά. Είχαν άλλα τρία αδέλφια μας είπαν και μας έδωσαν να καταλάβουμε ότι ταξίδευαν χωρίς τους γονείς τους. Δεν τα πίστεψα, αλλά μήπως δεν είναι όλα πιθανά στον πόλεμο;
Τα τηλεοπτικά συνεργεία αμέτρητα, τα περισσότερα ξένα πλέον, διαγκωνίζονται ποιο θα πάρει την καλύτερη εικόνα, την πιο συγκινητική συνέντευξη. Κάποιες φορές δημιουργούν κλίμα έντασης, για να κάνουν λήψη με τον πρόσφυγα σε κατάσταση εκνευρισμού ή απογοήτευσης, για να δώσουν την εντύπωση ότι οι συνθήκες υποδοχής είναι άθλιες. (Άκουσα ότι μια μέρα έπεσε και ένα χαστούκι σε γυναίκα πρόσφυγα, δεν μπόρεσα να το επιβεβαιώσω, αλλά μετά την τρικλοποδιά της εικονολήπτριας σε έναν πρόσφυγα που κρατούσε και ένα μωρό δεν μου φάνηκε απίστευτο). Κι όμως! Με διαβεβαίωσαν ότι ακόμη κι ο πιο σκληρός «μπάτσος» της αστυνομίας ή του λιμενικού δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχει δακρύσει, να μην έχει πληρώσει από την τσέπη του κάποια φάρμακα, ή να μην έχει φέρει από το σπίτι του τρόφιμα και ρούχα.


Δεκάδες είναι οι οργανώσεις που έχουν ανταποκριθεί στην έκκληση που έχουν απευθύνει οι συλλογικοί φορείς του νησιού: «Μη μας στέλνετε χρήματα, κάντε τα εισιτήρια και ελάτε να μας βοηθήσετε, δεν αντέχουμε, δεν επαρκούμε!» Αυτοί που τα βγάζανε πέρα αξιοθαύμαστα όταν είχαν 100 ή 200 πρόσφυγες κάθε μέρα και είναι ήδη εξαντλημένοι, τώρα έχουν να ανταποκριθούν σε 3.000-5.000 ανθρώπους την ημέρα. Έμαθα ότι κάποιοι ορκίστηκαν πάνω στο μνήμα του παπα-Στρατή να συνεχίσουν τον αγώνα του μέχρι τελικής πτώσεως.


Αυτή που σίγουρα δεν κουράζεται ποτέ είναι η Ζωή Λειβαδίτου. Είναι η 60χρονη γιατρός που δεν άνοιξε ιατρείο, που δε βολεύτηκε σε νοσοκομείο, αλλά όλη της τη ζωή την πέρασε σε περιοχές που αντιμετωπίζουν κρίση. 8 χρόνια στο Αφγανιστάν, λιγότερα στην Αϊτή, στο Νεπάλ, στη Γάζα στην Αφρική και ποιος ξέρει πού αλλού... Είναι αυτή που καλείται να προσφέρει ιατρική βοήθεια στους ανθρώπους που διασώζει το λιμενικό και, όπως μας είπε, είναι πολλοί οι άνθρωποι με ασθένειες και αναπηρίες, παιδιά με υδροκεφαλίες, μεγάλοι με σταφυλόκοκκο. Τουλάχιστον τρεις γυναίκες έχουν γεννήσει τα χέρια της μέσα στο σκάφος ή στο λεωφορείο που τις μετέφερε. Τη βοηθάνε όμως, όπως λέει, οι Γιατροί του Κόσμου και ομάδες Νορβηγών και Ισραηλινών γιατρών. Η χαρά της είναι τα χαριτωμένα και ευρηματικά παιχνίδια που προσφέρουν κάποιοι χορηγοί, ή διάφορα αυτοκόλλητα με ζώα και ήρωες του Ντίσνεϋ, για να βάζει στις πληγές των παιδιών. Εκείνο που δεν περιγράφεται είναι η συγκίνησή της όταν την ώρα της δουλειάς την αγκαλιάζουν χέρια μαθητριών από σχολές που έχει διδάξει σ' αυτά τα μέρη ή μητέρων που έχουν γεννήσει με τη βοήθειά της.


Θέλησα να φωτογραφίσω την ακτή με τα βουνά από σωσίβια και η Φανή με παρατήρησε: τι φωτογραφίζεις, δεν είναι μνημείο! Το σκέφτηκα και κατέληξα ότι είναι μνημείο και μάλιστα μνημείο απανθρωπιάς, βίας, μίσους, πένθους, σπαραγμού, αλλά και πίστης ότι μπορεί να υπάρξει καλύτερο αύριο, καλύτερος κόσμος! Γι' αυτό ριψοκινδυνεύουν οι πρόσφυγες. Γιατί πιστεύουν ακράδαντα ότι υπάρχει ένας καλύτερος κόσμος και έχουν και αυτοί δικαίωμα μέσα σ' αυτόν!!!

Τελευταία τροποποίηση στιςΚυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016 17:37
επιστροφή στην κορυφή