Menu

stasibanner

Το Χαλάνδρι τον Μεσοπόλεμο - Τεχνικές και επαγγέλματα σε μια μικρή κοινότητα της Αττικής

Ο Οδηγός της Ελλάδος του Ν. Ιγγλέση, παρουσιάζει το Χαλάνδρι του 1930 με ιδιαίτερα λιτό και σύντομο τρόπο: "Το Χαλάνδρι κείται Β.Α. των Αθηνών, εντεύθεν του Αμαρουσίου, εις ωραίαν θέσιν πλησίον δασυλίου πευκών. Πολυσύχναστος θερινή διαμονή. Συγκοινωνεί μετά των Αθηνών δια λεωφορείων αυτοκινήτων, ως και δια του Σιδηροδρόμου Αθηνών-Λαυρίου"[1].

Το 1920, όταν ακόμη το Χαλάνδρι υπαγόταν διοικητικά στο Δήμο Αθηναίων, είχε 1.897 κατοίκους. Ο αριθμός τους αυξάνεται κατά πολύ μετά την εγκατάσταση των προσφύγων από τη Μικρά Ασία και ανέρχεται, το 1928, σε 6.882 κατοίκους. ΄Ηδη όμως το 1925 έχει αποσπασθεί από το Δήμο Αθηναίων και έχει γίνει αυτόνομη κοινότητα. Ο πληθυσμός εξακολουθεί να αυξάνεται, καθώς η περιοχή απορροφά τμήμα της εσωτερικής μετανάστευσης προς την Αθήνα και την περιφέρειά της και φτάνει τους 11.149 κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 1940. Το 1942 γίνεται πια δήμος[2]. Σε όλη αυτή τη χρονική περίοδο αστικά στρώματα της πρωτεύουσας αρχίζουν να αποκτούν στην περιοχή τις θερινές τους κατοικίες, ενώ περισσότεροι φυματικοί διέμεναν σε εξοχικά σπίτια για θεραπεία, διότι το κλίμα του θεωρείτο ξηρό και υγιεινό[3].

image004Η σύνδεση του Χαλανδρίου με την Αθήνα γινόταν με το τραίνο Αθηνών-Λαυρίου, το οποίο εκτελούσε καθημερινά δρομολόγια. Στο τέλος της δεκαετίας του ’20, το τραίνο ξεκινούσε από την Πλατεία Ομονοίας κάθε μέρα στις 7.15 το πρωί και έφτανε στο Χαλάνδρι μετά από μισή ώρα περίπου. Από εκεί συνέχιζε για τα Μεσόγεια και το Λαύριο. Από το Χαλάνδρι προς την Ομόνοια υπήρχε πάλι ένα καθημερινό δρομολόγιο στις 8.42 το πρωί[4]. Οι παλιοί κάτοικοι θυμούνται το πρώτο λεωφορείο που συνέδεσε το Χαλάνδρι με την Αθήνα από τις αρχές της δεκαετίας του '20, που αντικαταστάθηκε με τα κίτρινα αυτοκίνητα της εταιρείας Πάουερ.

Η κεντρική πλατεία είχε μεγάλη κίνηση που αυξανόταν στις αργίες από Αθηναίους εκδρομείς. Εκεί υπήρχαν καφενεία, ένας κινηματογράφος και τα κτίρια της Γεωργικής Σχολής που λειτούργησε από τα τέλη του 19ου αιώνα ως το 1922, αν και οι εγκαταστάσεις της γκρεμίστηκαν πριν από το 1940[5].

Το εμπορικό κέντρο, που αναπτυσσόταν στα ανατολικά της πλατείας, ήταν μικρό σε έκταση και περιελάμβανε ελάχιστα καταστήματα. Οι κάτοικοι του Χαλανδρίου μετακινούνταν για κάποιες αγορές προς την πόλη, την Αθήνα. Στο κέντρο ήταν τα οινοπωλεία, τα βαρελάδικα, τα ραφτάδικα, τα λίγα εμπορικά της εποχής. Λίγα βιοτεχνικά εργαστήρια υπήρχαν στις παρυφές της κατοικημένης ζώνης: μαρμαράδικα, αγγειοπλαστεία, κεραμοποιεία, βυρσοδεψεία, ένα ελαιοτριβείο και ένα μικρό σαπωνοποιείο που δεν λειτούργησε για πολύ. ΄Ολοι θυμούνται το μοναδικό εργοστάσιο, εκείνο του Δουζένη που έφτιαχνε οινόπνευμα[6]. Οι κτιριακές του εγκαταστάσεις υπάρχουν ακόμη στην οδό Σοφοκλή Βενιζέλου στο Κάτω Χαλάνδρι. Σύμφωνα με μαρτυρίες παλιών κατοίκων όλη η γύρω περιοχή μύριζε οινόπνευμα και το γεγονός αυτό επηρέαζε δυσμενώς την αξία της γης. Αυτή άλλωστε η περιοχή συγκέντρωνε εκείνη τη χρονική περίοδο τις περισσότερες βιοτεχνικές δραστηριότητες. Εκεί είχε το εργαστήριό του και ένας τεχνίτης που κατασκεύαζε πέταλα, ο οποίος πετάλωνε τα άλογα που μετέφεραν με κάρα τα μάρμαρα από τα λατομεία της Πεντέλης. Η κατοικημένη περιοχή του Χαλανδρίου πλαισιωνόταν από βουστάσια, ορνιθοτροφεία, χοιροστάσια και σφαγεία. Γύρω τους απλώνονταν ακατοίκητες καλλιεργημένες εκτάσεις: αμπελώνες, ελαιώνες και πολλά περιβόλια.

Ο Οδηγός της Ελλάδος του 1930, αποτελεί σημαντικό τεκμήριο για την αγορά του Χαλανδρίου της εποχής. Ανάμεσα στα καταστήματα και τα εργαστήρια σημειώνονται τα αγγειοπλαστεία του Δεπάστα, του Κασάπογλου και του Παπαγιάννη, τα βυρσοδεψεία των Βασιλειάδη και Κινδύνη, το επιπλοποιείο του Ορφανού, το ποτοποιείο του Δουζένη, το ραφείο του Τριανταφύλλλου, τα σιδηρουργεία των Καλαπόδα, Παπαϊώννου και Παπαδημητρίου και έξι ακόμη υποδηματοποιεία. Αυτά μαζί με αρκετά οπωροπαντοπωλεία, γαλακτοπωλεία, εστιατόρια, οινομαγειρεία και καφενεία αποτελούσαν τις τοπικές μεταποιητικές και εμπορικές επαγγελματικές δραστηριότητες[7].

Η μελέτη του παλιού -ανενεργού πια- δημοτολογίου που εξακολουθεί να φυλάσσεται στο Δημαρχείο είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική, διότι μέσα από αυτό αναδεικνύεται η κοινωνική σύνθεση του πληθυσμού και η φυσιογνωμία της περιοχής, όπως αποτυπώνονται στις επαγγελματικές δραστηριότητες των κατοίκων της[8].

Το δημοτολόγιο συντάσσεται πιθανότατα μετά το 1925, όταν το Χαλάνδρι γίνεται πλέον κοινότητα, και καταργείται το Μάρτιο image002του 1940, όπως προκύπτει από το πρακτικό θεώρησης που το συνοδεύει. Αποτελείται από τέσσερα βιβλία, 400 σελίδων το κάθε ένα, συνταγμένα κατά το οικογενειακό σύστημα. Περιέχουν 2.511 εγγραφές, οργανωμένες σε οικογενειακές μερίδες. Δυστυχώς όμως δεν πρόκειται για το σύνολο, γιατί 4 ακόμη βιβλία έχουν χαθεί[9].

Η εξέταση των επαγγελματικών χαρακτηριστικών των κατοίκων οδηγεί στη διαπίστωση ότι πρόκειται για μια περιοχή στην οποία παρατηρείται σχετική διασπορά και ποικιλία επαγγελμάτων με κυρίαρχο εκείνο του γεωργού για τους γηγενείς Χαλανδραίους (μόνο το 6% όσων έχουν γεννηθεί στο Χαλάνδρι είναι τεχνίτες), του εργάτη ή τεχνίτη για τους πρόσφυγες και του τεχνίτη ή υπαλλήλου για τους υπόλοιπους “επαρχιώτες” κατοίκους του. Στην πλειοψηφία τους οι εγγεγραμμένοι γηγενείς κάτοικοι ήταν καλλιεργητές. Αυτή η διαπίστωση ενισχύεται και από προφορικές μαρτυρίες, που υποστηρίζουν ότι "παλιά αποκαλούσαν τους Χαλανδραίους σκαφτιάδες γιατί δεν ήξεραν να κάνουν τίποτε άλλο".

 

Οι γυναίκες του Χαλανδρίου δεν φαίνονται να συμμετέχουν, επίσημα τουλάχιστον, σε καμία οικονομική – επαγγελματική δραστηριότητα, διότι στο δημοτολόγιο -εκτός από δύο μοδίστρες- οι υπόλοιπες δηλώνουν ως επάγγελμα τα οικιακά.

Οι τομείς της μεταποίησης που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο αριθμό επαγγελματιών είναι η ξυλουργική (25 άτομα), η επιπλοποιία (8) και η ξυλογλυπτική (6), η μεταλλουργία (13), η εξόρυξη (9) και η επεξεργασία του μαρμάρου (7), η αγγειοπλαστική (13), η υποδηματοποιία (22), η υφαντουργία (2) και η ραπτική (8), ενώ διάσπαρτα σημειώνονται οινοποιοί (5), τυπογράφοι (2) και βιβλιοδέτες (2), βυρσοδέψες (2), πιλοποιοί (4), βαρελοποιοί (4), πεταλωτές (2), ένας επιγραφοποιός, ένας σαπωνοποιός, ένας κατασκευαστής παιχνιδιών, ένας κατασκευαστής ποδηλάτων, ένας χρυσοχόος κλπ.

Λίγοι από τους κατοίκους ήταν έμποροι και υπάλληλοι. Οι δικηγόροι, οι γιατροί, οι μηχανικοί, οι δάσκαλοι ήταν ελάχιστοι έως ανύπαρκτοι. Στο δημοτολόγιο καταγράφεται και ένας συγγραφέας, ο Δημοσθένης Βουτυράς.

Η επεξεργασία του πρώτου βιβλίου του Δημοτολογίου οδηγεί σε κάποιες παρατηρήσεις ως προς τους τόπους γέννησης (και επομένως προέλευσης) των εγγραφέντων σε αυτό. Από τα 603 άτομα (γεννηθέντες ανάμεσα στο 1865 και το 1920), οι 91 δηλώνουν ως τόπο γέννησης το Χαλάνδρι, οι 80 την Αθήνα και 29 διάφορες άλλες κοινότητες του νομού Αττικής (στην πλειοψηφία τους περιοχές των Μεσογείων). 125 κάτοικοι του Χαλανδρίου είχαν γεννηθεί σε νησιά του Αιγαίου, 107 σε διάφορες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας -κυρίως στην Πελοπόννησο και την ΄Ηπειρο-, 164 ήταν οι Μικρασιάτες πρόσφυγες. Τέλος, τέσσερις κάτοικοι είχαν δηλώσει ως τόπο γέννησης τη Ρωσία και από ένας την Αγγλία, τη Γαλλία και τη Ρουμανία.

Η κινητικότητα του πληθυσμού της υπαίθρου αποτυπώνεται στο δημοτολόγιο του Χαλανδρίου, διότι, καθώς φαίνεται, απορροφά ένα τμήμα από το προπολεμικό μεταναστευτικό ρεύμα από την επαρχία προς το λεκανοπέδιο της Αττικής. Οι εγγραφές επιτρέπουν να παρακολουθήσει κανείς τη σχέση ανάμεσα στον τόπο γέννησης και το επάγγελμα. Τεχνίτες ήταν κυρίως οι νησιώτες και οι πρόσφυγες, και μάλιστα οι επαγγελματικές τους εξειδικεύσεις συνήθως συνέπιπταν με την ανάπτυξη αντίστοιχων τεχνικών στις πατρίδες τους. ΄Ετσι, η πλειοψηφία των μαρμαράδων προερχόταν από την Τήνο (εξαίρεση αποτελούν δύο μαρμαροτεχνίτες από την Κάρυστο και ένας από την Αθήνα), οι λατόμοι από τη Χίο, την Κάρπαθο, την Πάρο και τη Σίφνο, οι περισσότεροι αγγειοπλάστες από τη Σίφνο.

Η εγκατάσταση σιφνιών αγγειοπλαστών στο Μαρούσι και στις γύρω περιοχές είχε ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση αρκετών εργαστηρίων αγγειοπλαστικής στο Χαλάνδρι, από τον προηγούμενο ήδη αιώνα. Στα δημοτολόγια περιλαμβάνονται 13 αγγειοπλάστες, εννέα από τους οποίους έχουν γεννηθεί στη Σίφνο[10], ενώ οι παλιότεροι θυμούνται στις αφηγήσεις τους τα αγγειοπλαστεία του Δεπάστα, του Τουλή, του Παγκάκη στο Κάτω Χαλάνδρι και του Παλαιού στο Κεντρικό[11]. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του κ. Γιάννη Τουλή, γιου παλιού αγγειοπλάστη, δεν είχαν όλοι δικά τους εργαστήρια, δούλευαν όμως στα εργαστήρια των συμπατριωτών τους. Σε ορισμένα από αυτά απασχολούνταν ως εργάτες και ορισμένοι πρόσφυγες. Στα εργαστήρια κατασκευάζονταν όλων των ειδών τα κεραμικά αντικείμενα, ιδιαίτερα δε θυμάται τα πήλινα κανάτια που έγραφαν επάνω "Καλογρέζα"- από όπου προερχόταν και ο πηλός- που τα πουλούσαν με τις σούστες στην Αθήνα που δεν είχε νερό εκείνη την εποχή. Τα κεραμικά αυτά αντικείμενα απορροφώνταν κυρίως από την αγορά της περιοχής, αλλά και από τα Μεσόγεια.

Οι εγγραφές στις οικογενειακές μερίδες επιτρέπουν να παρακολουθήσει κανείς τις επαγγελματικές επιλογές της επόμενης γενιάς. Θα λέγαμε ότι σε γενικές γραμμές εμφανίζεται η τάση να παραμένουν τεχνίτες τα παιδιά των τεχνιτών, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις παρουσιάζονται κάποιες διαφοροποιήσεις στις επαγγελματικές τους επιλογές: ο γιος του βαρελά γίνεται επιπλοποιός, τα παιδιά του υποδηματοποιού γίνονται έμποροι (ίσως έμποροι υποδημάτων). Το επάγγελμα που φαίνεται να παρουσιάζει απόλυτη συνέχεια στην επόμενη γενιά είναι εκείνο του αγγειοπλάστη.

image008Κατά την εξέταση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, αντιμετωπίσαμε τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία ως ιδιαίτερη κατηγορία διότι οι αντικειμενικές συνθήκες διαβίωσής τους ήταν ακόμη κατά την περίοδο εκείνη τελείως διαφορετικές από εκείνες των υπολοίπων κατοίκων της περιοχής.

Από την έρευνα στα δημοτολόγια αναδεικνύεται ότι για πολλούς πρόσφυγες το Χαλάνδρι δεν πρέπει να ήταν ο πρώτος τόπος εγκατάστασής τους. Οι περισσότεροι προέρχονταν από διάφορες περιοχές της Βορείου Ελλάδας.

Στο Χαλάνδρι υπήρχαν δύο μεγάλοι προσφυγικοί συνοικισμοί, αποτελούμενοι αρχικά από παραπήγματα και σκηνές. Ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός ιδρύθηκε το 1926-1927 από πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο. Εγκαταστάθηκαν σε παραπήγματα δίπλα στο σιδηροδρομικό σταθμό, σε γη που ανήκε στη Μονή Πεντέλης. Μέχρι περίπου τον πόλεμο χτίζονταν σταδιακά σπίτια και οι πρόσφυγες εγκατέλειπαν τα πρόχειρες κατοικίες τους. Αρκετές οικογένειες (60-70) μετακινήθηκαν και δημιούργησαν το συνοικισμό, που ονομάστηκε αργότερα Νέο Ψυχικό. Στον πρώτο συνοικισμό των προσφύγων κατοικούσαν το 1965, 800-900 πρόσφυγες[12].

Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, η εγκατάσταση των προσφύγων συνοδεύτηκε από περιστασιακές διενέξεις με τον ντόπιο πληθυσμό, διότι οι σχέσεις τους με τους παλιότερους κατοίκους δεν ήταν τον πρώτο καιρό πάντα αρμονικές. Χαρακτηριστική είναι η διήγηση ενός Μικρασιάτη Χαλανδραίου ότι είχαν σχηματιστεί ομάδες που γέμιζαν τις τσέπες τους με πέτρες και πετροβολούσαν τις νύχτες τις παράγκες τους. Οι παλιοί πρόσφυγες υποστηρίζουν ότι τα πρώτα χρόνια η συμβίωση ήταν δύσκολη, καθώς το Χαλάνδρι δεν ήταν αμιγής προσφυγική περιοχή. Οι ίδιοι αποκαλούν, ακόμη και σήμερα στις διηγήσεις τους, τους παλαιότερους κατοίκους: "ντόπιους" ή "Χαλανδραίους", και εξηγούν ότι την εποχή εκείνη η περιοχή του καθενός ήταν οριοθετημένη. Η οικονομική κατάσταση, η κοινωνική σύνθεση αλλά και η ιδεολογική-πολιτική τοποθέτηση των δύο πληθυσμιακών ομάδων ήταν σε γενικές γραμμές διαφορετικές.

Στο δημοτολόγιο οι προσφυγικές οικογένειες αποτελούν το 1/4 (589) περίπου των εγγεγραμμένων. Οι άντρες ήταν κυρίως εργάτες, οικοδόμοι, ποιμένες και σφαγείς. Αρκετοί από αυτούς ήταν φρεατωρύχοι (έντεκα), μια δουλειά ιδιαίτερα δύσκολη και επικίνδυνη. Ορισμένοι όμως δηλώνουν και κάποια τεχνικά – βιοτεχνικά επαγγέλματα: δεκατρείς ξυλουργοί, οκτώ σιδηρουργοί, έξι υποδηματοποιοί, δύο βυρσοδέψες, δύο επιπλοποιοί, ένας πεταλωτής, ένας κασσιτερωτής, ένας επινικελωτής, τρεις λατόμοι, ένας τεχνίτης μωσαϊκών, εννέα ράφτες, ένας υδραυλικός, ένας ωρολογοποιός, ένας φωτογράφος, ένας καροποιός, ένας υφαντουργός, ένας ορειχαλκουργός, δύο αγγειοπλάστες..

image010Οι γυναίκες των προσφύγων -σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες- ήταν ασπρορουχούδες, καπελούδες, κεντήστρες και έκαναν μεροκάματα σε διάφορα σπίτια του Χαλανδρίου.

Η χρονική περίοδος που μεσολαβεί ανάμεσα στη Μικρασιατική Καταστροφή και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελεί για την πρωτεύουσα και για την Αττική γενικότερα περίοδο δημογραφικής ανάπτυξης και διαμόρφωσης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του αστικού χώρου. Το Χαλάνδρι δέχεται και αυτό σε όλη αυτή τη χρονική περίοδο νέους κατοίκους: Μικρασιάτες πρόσφυγες, επαρχιώτες –κυρίως νησιώτες- μετανάστες και λίγους Αθηναίους. Η δημογραφική του εικόνα αλλάζει, ενώ τα επαγγελματικά χαρακτηριστικά των νεοεγκατασταθέντων συμβάλλουν στη σταδιακή διαμόρφωση της νέας του φυσιογνωμίας. Ο παλαιότερος κυρίαρχος αγροτικός του χαρακτήρας δεν θα μπορέσει να διατηρηθεί επί πολύ. Η γη κατατεμαχίζεται και οικοδομείται. Οι πλειοψηφία των κατοίκων δεν είναι πια καλλιεργητές, είναι τεχνίτες, εργάτες και υπάλληλοι, παρόλο που η περιοχή δεν θα αποτελέσει τόπο συγκέντρωσης βιοτεχνικών ή βιομηχανικών δραστηριοτήτων.

Από τότε το Χαλάνδρι έχει αλλάξει πολύ, ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του '70 όταν πια οι κάτοικοι του κέντρου το εγκατέλειπαν και αναζητούσαν νέα κατοικία στις βόρειες και νότιες περιοχές του λεκανοπεδίου. Σήμερα ο πληθυσμός του έχει ξεπεράσει τους 100.000 κατοίκους, και ανήκει στα συνεχώς αναπτυσσόμενα ή μάλλον κορεσμένα πια βόρεια προάστια. Σχεδόν τίποτε δεν θυμίζει το παρελθόν, εκτός από κάποια ερείπια παλιών βιοτεχνικών εργαστηρίων και ελάχιστα παλιά σπίτια που και αυτά κινδυνεύουν να εξαφανισθούν.

 


[1] Ν. Γ. Ιγγλέσης, Οδηγός της Ελλάδος του έτους 1930, Αθήνα 1930, σ. 927-928.

[2] Η κοινότητα Χαλανδρίου αναγνωρίζεται σε Δήμο στις 19/12/1942. Βλέπε σχετικά Στοιχεία Συστάσεως και εξελίξεως των Δήμων και Κοινοτήτων, τ. 5 (Νομός Αττικής), εκδ. Κεντρική Ένωσις Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδος, Αθήνα 1962, σ. 90-91. Εδώ δημοσιεύονται και τα αποτελέσματα των απογραφών του 1928 και του 1940.

[3] Για τη μετακίνηση αστικών στρωμάτων από το κέντρο προς τα ΒΑ προάστια της Αθήνας κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, βλ. Λίλα Λεοντίδου, Πόλεις της σιωπής. Εργατικός εποικισμός της Αθήνας και του Πειραιά 1909-1940, Αθήνα 1989, σ. 86.

[4] Ορισμένες όμως ημέρες υπήρχε ένα επιπλέον δρομολόγιο προς το Χαλάνδρι στις 16.25 το απόγευμα και ακόμη ένα από το Χαλάνδρι προς την Αθήνα στις 19.28. Ν. Γ. Ιγγλέσης, ό.π., σ. 887.

[5] Πρόκειται για την Βιομηχανική και Εμπορική Ακαδημία που ιδρύθηκε το 1894 με πρωτοβουλία του χημικού Όθωνα Ρουσόπουλου. Βλ σχετικά, Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, Η δυναμική του αγροτικού εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1990, σ. 154-155.

[6] Στο Πανελλήνιον Λέυκωμα Εκατονταετηρίδος 1821-1921, τόμος Β΄ “Βιομηχανία - Εμπόριον”, Αθήνα 1923, σ. 25.

[7] Ν. Γ. Ιγγλέσης, ό.π., σ. 928.

[8] Θα ήθελα και από τη θέση αυτή να ευχαριστήσω τους υπαλλήλους του Δημοτολογίου στο Δήμο Χαλανδρίου για τη βοήθειά τους.

[9] Το Πρώτο Βιβλίο περιέχει 356 οικογενειακές μερίδες, με επώνυμα που αρχίζουν από το γράμμα Α και 247 από το Β. Το Τρίτο Βιβλίο περιέχει 796 οικογενειακές μερίδες, με επώνυμα που αρχίζουν από το γράμμα Κ. Το Πέμπτο Βιβλίο περιέχει 116 οικογενειακές μερίδες, με επώνυμα που αρχίζουν από το γράμμα Ν, 100 από το γράμμα Ξ, 100 από το γράμμα Ο και 480 από το Π. Το ΄Εβδομο Βιβλίο περιέχει 96 οικογενειακές μερίδες , με επώνυμα που αρχίζουν από το γράμμα Φ, 140 από το Χ και 80 από το Ψ.

[10] Από τους υπόλοιπους ένας έχει γεννηθεί το 1919 στη Σμύρνη, ένας το 1913 στη Χίο και ένας το 1876 στην Πάτρα.

[11] Νέλλη Σπαθάρη-Μπεγλίτη, Οι αγγειοπλάστες της Σίφνου. Κοινωνική Συγκρότηση – Παραγωγή – Μετακινήσεις, Αθήνα 1992, σ. 86-87.

[12] Αφήγηση του Νικόλαου Μάνταλου στη Χαρά Λιουδάκη στις 22/4/1960, βλ. Προσφυγική Ελλάδα, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1992, σ. 66-67.

Τελευταία τροποποίηση στιςΚυριακή, 03 Αυγούστου 2014 18:12
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: Για τα αίτια πτώσης της δικτατορίας »
επιστροφή στην κορυφή