Menu

stasibanner

Για τα αίτια πτώσης της δικτατορίας

Από τις αρχές της δεκαετίας του '70 με ένα όλο και πιο έντονο τρόπο αρχίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια μια σειρά από παραμέτρους που θα παίξουν αρνητικό ρόλο στη λειτουργία του καθεστώτος. Στο οικονομικό πεδίο η διεθνής οικονομική ύφεση εισάγεται με πολύ έντονους ρυθμούς στη χώρα, ενώ στη δυναμική που επέφερε η χειρότερευση αυτή της οικονομικής κατάστασης θα πρέπει να συνυπολογιστεί και το γεγονός πως οι κοινωνικές ανισότητες αυξάνονται.

Tαυτόχρονα, το πέρασμα του χρόνου θα οδηγήσει σε όξυνση των ενδημικών αντιφάσεων της δικτατορίας. Το γεγονός πως στο καθεστώς δε συμμετείχαν στελέχη της κοινοβουλευτικής Δεξιάς ούτε εκπρόσωποι του Βασιλιά μπορεί σε μία πρώτη φάση να λειτούργησε διευκολυντικά για την ευόδωση του όλου εγχειρήματος, ωστόσο σε δεύτερο χρόνο δημιουργούσε ένα πολιτικό μόρφωμα που διακρινόταν από τον πιο ακραιφνή αντικομμουνισμό σε πλήρη απόσταση με τις αλλαγές που είχαν σημειωθεί από το τέλος του εμφυλίου οι οποίες καθιστούσαν απεχθείς για την πλειοψηφία του ελληνικού λαού τέτοιου είδους πολιτικές .

Οι παραπάνω εξελίξεις θα οδηγήσουν στην ανάγκη πολιτικού αυτομετασχηματισμού της δικτατορίας. Ήταν αναγκαίο να υπάρξει μια νομιμοποίηση η οποία θα οδηγούσε στην άρση των αδιεξόδων του Κράτους έκτακτης ανάγκης και στην ομαλή αναπαραγωγή του καθεστώτος. Για το λόγο αυτό θα επιλεγεί η πολιτική της λεγόμενης φιλελευθεροποίησης.

Η τάση αυτή συνάντησε τη δυσπιστία των πιο συντηρητικών κύκλων του καθεστώτος, ωστόσο είχε κατορθώσει να αποτελεί ηγεμονική πολιτική κατεύθυνση τόσο στο εσωτερικό της ελληνικής άρχουσας τάξης όσο και στην πλειοψηφία του σώματος των Ελλήνων αξιωματικών.

Το ενδιαφέρον είναι πως σημαντικό τμήμα του πολιτικού κόσμου εμφανίστηκε θετικό απέναντι στην προσπάθεια αυτομετασχηματισμού του καθεστώτος. Εκτιμήθηκε πως η Κυβέρνηση Μαρκεζίνη θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια πολιτικοποίηση της δικτατορίας η οποία θα συντελούσε στο σχηματισμό ενός νέου κοινοβουλευτικού καθεστώτος σε ισορροπημένη σχέση με το Στρατό. Σε αυτή την περίπτωση και ο ρόλος του επίσημου πολιτικού προσωπικού θα αναβαθμιζόταν αλλά και θα αποκλειόταν το ενδεχόμενο μιας πιο ριζοσπαστικής μεταστροφής. Πρέπει να σημειωθεί πως ακόμα και εκείνοι οι αστοί πολιτικοί, πχ ο πρώην Πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής, που δεν συναίνεσαν ανοιχτά στη λύση Μαρκεζίνη, στην ουσία υιοθέτησαν μια στάση αναμονής και ευμενούς ουδετερότητας. Πέρα, όμως, από τη μεγάλη πλειοψηφία των παλαιών κοινοβουλευτικών θετικά διακείμενο ήταν και το ΚΚΕ εσωτερικού πιστεύοντας πως η εμπλοκή του λαϊκού παράγοντα σε μια εκλογική διαδικασία θα λειτουργούσε διαθλαστικά για τις πολιτικές ελευθερίες και αποσταθεροποιητικά για την ισχύ του Στρατού. Αντίθετα το ΚΚΕ και το ΠΑΚ του Α. Παπανδρέου αρνούνται να νομιμοποιήσουν την επίφαση δημοκρατίας που προβάλει ένα καθεστώς που στην ουσία του παραμένει αναλλοίωτο.

Όλοι οι σχεδιασμοί και οι αντιδράσεις θα μείνουν εκκρεμείς από τη στιγμή που θα ξεσπάσουν τα γεγονότα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Η εξέγερση θα αποτελέσει πραγματική τομή για τη νεότερη ελληνική πολιτική ιστορία και θα σηματοδοτήσει την αρχή του τέλους για τη δικτατορία. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο δεν είναι η ανατροπή της διαδικασίας «φιλελευθεροποίησης» και η πτώση του Παπαδόπουλου, αλλά η κοινωνική δυναμική που προέκυψε από την εξέγερση. Η εξέλιξη των πραγμάτων ήταν αποτρεπτική για οποιαδήποτε διαδικασία συνδιαλλαγής με τη χούντα. Η ωμή βία που χρησιμοποιήθηκε έκανε σαφές πως η αλλαγή του καθεστώτος θα έπρεπε να έχει τα χαρακτηριστικά της τομής σε σχέση με το παρελθόν.

Ουσιαστικά μέσω του Πολυτεχνείου όλο το πολιτικό μετατοπίζεται δυνάμει προς τα αριστερά. Είναι εμφανές πως ότι νέο προκύψει δεν θα είχε καμία σχέση με το μετεμφυλιακό κράτος των λειψών πολιτικών δικαιωμάτων, της ανέχειας και της περιθωριοποίησης του μισού του ελληνικού πληθυσμο.

Η πρωτοβουλία του Ιωαννίδη για νέο πραξικόπημα και σκλήρυνση του καθεστώτος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί παρά ως μια φυγή προς τα εμπρός σε μια στιγμή όπου καμιά από τις υπάρχουσες κοινωνικές δυνάμεις δεν ήταν σε θέση να επιβάλλει τη θέλησή της δεδομένου πως το μπλοκ εξουσίας, δεν καταφέρνει να εκπονήσει ένα σχέδιο ομαλής μετάβασης στον κοινοβουλευτισμό αλλά και οι λαϊκές δυνάμεις περιορίζονται στην αυθόρμητη άρνηση του καθεστώτος.

Έτσι, τόσο η έλλειψη πολιτικής υποστήριξης, όσο και η είσοδος στην Ελλάδα των συνεπειών της πετρελαϊκής κρίσης, θα οδηγήσουν τον Ιωαννίδη σε μια μορφή "εφόδου προς τα εμπρός", στην προσπάθειά του να εδραιώσει την εξουσία του στην Ελλάδα μέσω του πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου. Πρόκειται για μία κίνηση που σε περίπτωση επιτυχίας της θα είχε σημαντικότατα πολιτικά, ιδεολογικά, στρατιωτικά, οικονομικά και εθνολογικά αποτελέσματα:

-Πολιτικά, γιατί μία ενδεχόμενη επέκταση των γεωγραφικών συνόρων της χώρας που θα συνοδευόταν με λύση του γόρδιου δεσμού του κυπριακού θα προσέδιδε στη χούντα, υπολόγιζε ο Ιωαννίδης, την πολυπόθητη λαϊκή υποστήριξη.

-Ιδεολογικά, γιατί επεκτεινόταν η ελληνική επικράτεια και μάλιστα σε βάρος του 'προαιώνιου" εχθρού της χώρας, της Τουρκίας

-Στρατιωτικά, γιατί ο έλεγχος του νησιού αποδίδει σημαντικά πλεονεκτήματα τόσο σε ότι αφορά την πρόσβαση στη Μ. Ανατολή, τη Β. Αφρική αλλά και στην ίδια την Τουρκία.

-Οικονομικά, γιατί η Κύπρος λόγω της θέσης της αποτελεί σημαντικότατο εμπορικό και χρηματιστηριακό κόμβο.

-Εθνολογικά, τέλος, γιατί η σχεδιαζόμενη ένωση Ελλάδας-Κύπρου τα επέφερε και την απορρόφηση των τουρκοκυπρίων από το ελληνικό κράτος.

Ωστόσο, ο Ιωαννίδης δρώντας κάτω από την πίεση που δημιουργούσε η εσωτερική κατάσταση δεν έλαβε υπόψη του μία σειρά από πολύ σημαντικούς παράγοντες:

α) Την αντίδραση των Τούρκων,

β) την αντίδραση των Αγγλων που δεν αντιτάχθηκαν στα σχέδια των Τούρκων για μονομερή επέμβαση με στόχο την "επαναφορά στη νομιμότητα"

γ) το ρόλο που θα επεδίωκαν να έχουν οι Αμερικάνοι, οι οποίοι από τη μία δεν επιθυμούσαν να δυσαρεστηθεί ένας τόσο σημαντικός σύμμαχός τους όπως η Τουρκία.

δ) την αντίδραση της διεθνούς κοινής γνώμης

ε) το δυσμενή συσχετισμό δύναμης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας

στ) την άρνηση των ελληνοκύπριων να αποδεχθούν τη βίαιη ανάμιξη των Ελλαδιτών στα κυπριακά πράγματα.

Η αδυναμία απάντησης στην Τουρκική εισβολή από την πλευρά του Στρατού, σήμανε και το τέλος της κυριαρχίας του μηχανισμού αυτού. Διότι από τη στιγμή που αδυνατούσε να επιτελέσει τη βασική αποστολή του, αυτόματα υπονομευόταν ο συνολικός ρόλος του. Ταυτόχρονα, η αναγκαστική προσφυγή στην επιστράτευση, επέτρεψε την αλλαγή της ισορροπίας δυνάμεων μέσα στο στρατιωτικό μηχανισμό. Κατά συνέπεια, δημιουργήθηκε η ανάγκη ανάδειξης ενός νέου πολιτικού κέντρου που να συμπυκνώνει την ενότητα της κρατικής εξουσίας και να εξασφαλίζει την αναπαραγωγή της. Αυτό δεν μπορούσε να είναι άλλο από τη συγκρότηση κοινοβουλευτικής κυβέρνησης. Η άρχουσα τάξη ήταν αναγκασμένη να αποδεχθεί το τέλος στ μετεμφυλιακών δομών άσκησης της εξουσίας, αντιλαμβανόμενη ότι δε μπορούσε πια να αποδέχεται το Στρατό ως τον κατ' εξοχήν πολιτικό της φορέα. Η σοβαρότητα της κατάστασης (κίνδυνος απώλειας εθνικού εδάφους, πλήρης αυτονόμηση της στρατιωτικής εξουσίας, όξυνση της διεθνούς οικονομικής κρίσης, ένταση των κοινωνικών αγώνων),κατέληγε αναγκαστικά προς μια αλλαγή του πολιτικού πλαισίου. Η στρατιωτική ηγεσία επιχείρησε την επίτευξη μίας συμβιβαστικής λύσης, (υιοθέτηση μίας επιτηρούμενης από το Στρατό κοινοβουλευτικής λύσης), πράγμα, όμως, που δεν αντιστοιχούσε στις δεδομένες ιστορικές συνθήκες, το 1974 δεν ήταν 1973. Η νέα μορφή διακυβέρνησης θα έπρεπε να έκανε έκδηλη την αίσθηση της διαφοράς με το προηγούμενο καθεστώς.

Η επιλογή του Κ. Καραμανλή ήταν η λύση η πιο αρμόζουσα για την αναπαραγωγή του συγκεκριμένου συστήματος κοινωνικών σχέσεων. Ο Καραμανλής εξέφραζε αυτό που επιτυχημένα έχει ονομαστεί τομή μέσα στη συνέχεια. Τομή γιατί ο ερχομός του Καραμανλή σηματοδοτούσε δομικές αλλαγές στο ελληνικό πολιτικό σύστημα: Κατάργηση τη Μοναρχίας, ακύρωση του ρόλου του Στρατού, νομιμοποίηση των αριστερών κομμάτων, οικονομικές παροχές στις κυριαρχούμενες τάξεις. Συνέχεια γιατί ο Κ. Καραμανλής όντας πρωθυπουργός από το 1955 μέχρι το 1963 είχε εκφράσει με επιτυχία τα γενικότερα συμφέροντα του αστικού κόσμου. Με την επιλογή Καραμανλή, ο οποίος διακρινόταν για τον αντικομμουνισμό του αλλά και για την αντιμοναρχική του στάση, διατηρείτο η σχέση ισορροπίας μεταξύ της συνιστώσας της "τομής" και της συνιστώσας της "συνέχειας", σε αντίθεση με την αρχικά προτεινόμενη λύση του λιγότερου συντηρητικού αστού πολιτικού Κανελλόπουλου όπου το βάρος έπεφτε στην πλευρά της "τομής", πράγμα που μπορεί να συναντούσε την ενεργό αντίδραση του πιο σκληροπυρηνικού τμήματος των στρατιωτικών. Ο Κ. Καραμανλής αποτελούσε την εγγύηση για μία ήπια και μετριοπαθή κοινοβουλευτική μεταρρύθμιση. Μια καινούρια ιστορική περίοδος ξεκινούσε ....

Βιβλιογραφία

Βερναρδάκης Χριστόφορος και Γιάννης Μαυρής, 1986, «Οι ταξικοί αγώνες στη Μεταπολίτευση, Μέρος Πρώτο:

Η μεταπολιτευτική τομή ως διαδικασία της ταξικής πάλης (Από το πείραμα Μαρκεζίνη στις εκλογές '74)», Θέσεις 14: 45- 71.

Διαμαντούρος Νικηφόρος, 1983, «1974. Η μετάβαση από το αυταρχικό στο δημοκρατικό καθεστώς στην Ελλάδα:

Προέλευση και ερμηνεία μέσα από μια νότιο- ευρωπαϊκή πολιτική» Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 49: 52-87.

Καράγιωργας Σάκης, 1978, «Οι οικονομικές συνέπειες της Στρατιωτικής Δικτατορίας» στο Σπήλιος Παπασπηλιόπουλος (επιμ.),

Μελέτες πάνω στην Σύγχρονη Ελληνική Οικονομία, Αθήνα: Παπαζήσης, σελ. 18-34.

Σακελλαρόπουλος Σπύρος, 1998, Τα αίτια του απριλιανού πραξικοπήματος. Το κοινωνικό πλαίσιο της πορείας προς τη δικτατορία, Αθήνα: Λιβάνης.

Σακελλαρόπουλος Σπύρος, 2001, Η Ελλάδα στη Μεταπολίτευση, Πολιτικές και Κοινωνικές Εξελίξεις, Αθήνα: Λιβάνης

Χαραλάμπης Δημήτρης, 1985, Στρατός και Πολιτική Εξουσία. Η δομή της εξουσίας στην μετεμφυλιακή Ελλάδα. Αθήνα: Εξάντας.

Χατζηδημητρίου Κάτια, 1987, Ιστορία της Κύπρου, Λευκωσία.

[1]Μια πρώτη μορφή του συγκεκριμένου κειμένου παρουσιάστηκε στο ετήσιο συνέδριο του Historical Materialism «New Directions in Marxist Theory» που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο μεταξύ 9 και 11 Νοεμβρίου 2007.

[2]Για μια πολύ ενδιαφέρουσα περιγραφή των ενδοκοινοτικών επεισοδίων του 1912 και του 1922 βλ. Asmussen 2004.

[3]Ο Νεοκυπριακός Σύνδεσμος, ο οποίος εμφανίζει ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά με το ρεύμα του λεγόμενου εκσυγχρονισμού όπως αυτό αναπτύχθηκε στον ελλαδικό χώρο (κοσμοπολιτισμός, ανθρωπιστικός φιλελευθερισμός, πίστη στην ανάγκη ορθής λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών κλπ), θα λειτουργήσει ως ομάδα πίεσης απέναντι στο πολιτικό προσωπικό και σταδιακά θα πετύχει τη μετατόπιση του ιδεολογικού ιστού του κυρίαρχου λόγου σε σαφώς πιο «ελαστικές» θέσεις σε ότι αφορά το ζήτημα της τουρκικής κατοχής. Όπως παρατηρεί ο Κ. Μαυράτσας για τα μέλη του Συνδέσμου «Πολλοί δε από αυτούς είναι υψηλόβαθμοι υπάλληλοι του κυπριακού κράτους και δεν διστάζουν να παραδεχθούν ούτε ότι το τελευταίο αποτελεί συνέχεια της βρετανικής αποικιακής διοίκησης ούτε ότι η αποικιοκρατία είχε και θετικές επιδράσεις στην κυπριακή κοινωνία». Μαυράτσας, 1998: 96-97.

Τελευταία τροποποίηση στιςΔευτέρα, 04 Αυγούστου 2014 11:37
επιστροφή στην κορυφή