Menu

stasibanner

Το τέλος του εμφύλιου πόλεμου τον Αύγουστο του 1949 στο Γράμμο

grammos29082012

Δημοσιεύουμε την εργασία του υπ. διδάκτορα της παντείου Ν. Κουλούρη σχετικά με την τελευταία μάχη του εμφυλίου στον Γράμμο τον Αύγουστο του 1949

Όταν τελείωσαν οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στη νότια και κεντρική Ελλάδα, η κυβερνητική εξουσία της Αθήνας άρχισε να συγκεντρώνει τον όγκο των στρατευμάτων της προς το μέτωπο του Γράμμου-Βίτσι. Η ηγεσία του στρατού έστρεψε την προσοχή της στην άρτια οργάνωση της τελικής αναμέτρησης. Η έναρξή της ορίστηκε για τον Αύγουστο 1949. Ο χρόνος που δόθηκε ήταν αρκετός για να γίνουν όλες οι απαραίτητες προετοιμασίες, όπως ο επανεξοπλισμός και η εκπαίδευση στα νέα όπλα, η μεθοδική εκπαίδευση οπλιτών και βαθμοφόρων στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτού του πολέμου, η ανασυγκρότηση όσων μονάδων είχαν ανάγκη κλπ. Μεγάλο μέρος της τεχνικής προετοιμασίας είχε αναληφθεί από το μηχανικό που διάνοιγε δρόμους προς τις εχθρικές γραμμές για τα τεθωρακισμένα και τα δίκτυα εφοδιασμού. Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στη βελτίωση των διαβιβάσεων και των τηλεπικοινωνιών. Προετοιμάστηκαν αρκετά κινητά χειρουργεία εκστρατείας και καταβλήθηκε συστηματική προσπάθεια για την επίτευξη οικονομίας αίματος.

Στις παραμονές της μεγάλης επιχείρησης ο ΚΣ βρισκόταν στο απόγειο της δύναμής του. Οι δυνατότητές του ήταν εντυπωσιακές σε αριθμούς και μέσα πυρός. Διέθετε 8 πλήρεις μεραρχίες, 2 ανεξάρτητες ταξιαρχίες, 12 ελαφρά τάγματα πεζικού, 8 τάγματα Εθνοφρουράς, 240 περίπου πυροβόλα, πολλά αντιαρματικά, 200 τεθωρακισμένα, αεροπλάνα διαφόρων τύπων, τάγματα διαβιβάσεων, λόχους μηχανικού κλπ. Ο συνολικός αριθμός των ανδρών πλησίαζε ίσως τους 200.000. Απέναντι σε αυτή τη δύναμη ο ΔΣΕ είχε να παρατάξει 13.000 μαχητές/μαχήτριες, εκ των οποίων 8.000 ήταν στο Βίτσι και 5.000 στο Γράμμο. Διέθετε επίσης 130 πυροβόλα, αντιαεροπορικά, αντιαρματικά και ολμοβόλα. Η αναλογία δυνάμεων ήταν υπέρ του ΚΣ είκοσι προς ένα.

Το σχέδιο των τελικών επιχειρήσεων του ΚΣ με την επωνυμία Πυρσός τέθηκε σε εφαρμογή στις 2 Αυγούστου και η εκτέλεσή του προβλεπόταν να γίνει σε τρεις φάσεις με τον ταχύτερο δυνατό ρυθμό για να προληφθούν πιθανές αντιδράσεις του αντιπάλου. Για την κατάρτισή του τα επιτελεία εκμεταλλεύτηκαν ένα σημαντικό μειονέκτημα που είχε η διάταξη του ΔΣΕ. Οι δυνάμεις του δεν ήταν επαρκείς για τη διατήρηση δύο μετώπων (Βίτσι, Γράμμος) όταν μάλιστα αυτά στην ουσία δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους.

Η πρώτη φάση, με την ονομασία Πυρσός Α΄, ήταν προπαρασκευαστική και στρατηγικά παραπλανητική. Έπρεπε να δημιουργηθεί με πειστικό τρόπο στην ηγεσία του ΔΣΕ η εντύπωση ότι η κύρια επίθεση του ΚΣ ήταν στο Γράμμο και ότι θα επαναλαμβανόταν περίπου η επιχείρηση Κορωνίς του 1948. Το 1949 ο Γράμμος ήταν μέτωπο αμυντικά πιο αδύνατο από το Βίτσι και συνεπώς υπήρχε ένας ακόμη βάσιμος λόγος που ενίσχυε τις εκτιμήσεις ότι η προσπάθεια του ΚΣ θα επικεντρωθεί πρώτα στο Γράμμο. Στόχος των σχεδιασμών ήταν η καθήλωση των δυνάμεων του ΔΣΕ στο θύλακα του Γράμμου όταν θα εκδηλωνόταν η κύρια ενέργεια για την εκπόρθηση του Βίτσι. Αλλά η επιχείρηση είχε και επιδιώξεις τακτικής σημασίας Η κατάληψη σημαντικών υψωμάτων της άμυνας του ΔΣΕ θα βελτίωνε τη θέση των κυβερνητικών στρατευμάτων για την επικείμενη επίθεσή τους στην τρίτη φάση του Πυρσός και θα σφυγμομετρούσε ταυτόχρονα την αμυντική ικανότητα των ανταρτών.

Η ισχυρή πίεση στο Γράμμο θα συνεχιζόταν παράλληλα με την κύρια προσπάθεια στο Βίτσι. Η διοχέτευση δυνάμεων του ΔΣΕ στο Βίτσι θα αποτρεπόταν, αν και αυτό ήταν ούτως ή άλλως δύσκολο. Τα δρομολόγια μέσα σχεδόν από τις γραμμές του αντιπάλου ήταν υψηλού κινδύνου, ενώ η μεταφορά διαμέσου του αλβανικού εδάφους σήμαινε απώλεια πολύτιμου χρόνου εξαιτίας των προσχημάτων στο διπλωματικό πεδίο και των αντίστοιχων διαδικασιών (αφοπλισμός, μεταφορά, επανεξοπλισμός επί της μεθοριακής γραμμής στο σημείο εισόδου στο ελληνικό έδαφος) που τηρούσε, όχι βέβαια χωρίς δισταγμούς, η ηγεσία της ΛΔ Αλβανίας.

Η Ι Μεραρχία του Α΄ Σώματος Στρατού προσανατόλισε τις δυνάμεις της στην περιοχή του ανατολικού και βόρειου Γράμμου. Εξαπέλυσε ισχυρές επιθέσεις κατά των υψωμάτων που δεσπόζουν εκεί, κοντά στην ελληνοαλβανική μεθόριο. Το πρωί στις 2/8/1949, μετά από καταιγιστικά πυρά πυροβολικού και αεροπορικό βομβαρδισμό, άρχισε η έφοδος του 603 Τάγματος Πεζικού, ως δύναμη κρούσης της 53ης Ταξιαρχίας, κατά του υψώματος Χελώνα (υψ. 1425). Οι μαχητές του ΔΣΕ, παρά την προηγηθείσα κόλαση, αντέκρουσαν απτόητοι τις επιθέσεις των κυβερνητικών. Χρειάστηκε μια σκληρή και φονική μάχη δυόμισι ωρών εκ του συστάδην μέχρις ότου εγκαταλειφθεί η Χελώνα από τους υπερασπιστές της, οι οποίοι με αντεπιθέσεις συνέχισαν να παρεμποδίζουν την εκμετάλλευση της επιτυχίας των αντιπάλων τους.

Στις 5 Αυγούστου επαναλήφθηκε, με πανομοιότυπη μέθοδο, η επίθεση κατάληψης των υψωμάτων Ταμπούρι (υψ. 1878) και Τσάρνο (υψ. 1672) από την 51η και 52η Ταξιαρχία. Μετά από διαδοχικές αεροπορικές επιθέσεις και την ακατάπαυστη δράση του πυροβολικού, τα κυβερνητικά στρατεύματα εισήλθαν στην αμυντική περίμετρο των ανταρτών στο Ταμπούρι. Η κατάληψή του στοίχισε στους επιτιθέμενους βαρύτατες απώλειες και ήταν η δεύτερη επίθεση που πιστοποιούσε ότι η έφοδος του πεζικού κάθε άλλο παρά περίπατος ήταν, παρά τα εντυπωσιακά αποτελέσματα της συγκέντρωσης καταιγιστικών πυρών προπαρασκευής, στις αμυντικές θέσεις των αντιπάλων. Η νέα τακτική, σύμφωνα με την οποία η κατάληψη των εχθρικών οχυρών κερδίζεται σχεδόν αποκλειστικά με την αεροπορία και το πυροβολικό, δεν φάνηκε τόσο ικανή για να ελαχιστοποιήσει, όπως αναμενόταν, τις απώλειες των μονάδων εφόδου.

Η κατάληψη του υψώματος Ταμπούρι σε μια μόλις ημέρα, όπως και της Χελώνας νωρίτερα, ήταν οπωσδήποτε αξιόλογες επιτυχίες, αλλά χωρίς συνέχεια προς την κατεύθυνση κλιμάκωσης της επιχείρησης. Αν και οι δυνάμεις του ΚΣ κατάφεραν να αγγίξουν την οχυρωμένη περίμετρο του υψώματος Τσάρνο, ύστερα από έναν τριήμερο αγώνα με βαρύ φόρο αίματος και από τις δύο πλευρές στα γύρω από το Τσάρνο αντερείσματα, εν τούτοις απέτυχαν να εδραιωθούν εκεί. Στις 8 Αυγούστου διέκοψαν την επίθεση και η προσπάθεια περιορίστηκε στην κατοχύρωση των επιτυχιών μέχρι την έναρξη της τρίτης φάσης Πυρσός Γ΄.

Στον δυτικό Γράμμο η VIII Μεραρχία του ΚΣ έστρεψε στις 3 Αυγούστου τρεις ταξιαρχίες ενάντια στις αμυντικές θέσεις του ΔΣΕ στις ίδιες ορεινές τοποθεσίες όπου είχαν διεξαχθεί σκληρές μάχες τον προηγούμενο Απρίλιο. Οι δύο Ταξιαρχίες, η 75η και 76η, εξαπέλυσαν επιθέσεις βόρεια του Σαραντάπορου για να καθηλώσουν τις εκεί δυνάμεις των ανταρτών, ενώ η κύρια επίθεση ανατέθηκε στην 74η με αντικειμενικό στόχο την κατάληψη των υψωμάτων 1806 και Προφήτης Ηλίας Κάμενικ (υψ. 1483). Ύστερα από μερικές ημέρες άκαρπων προσπαθειών το 583 Τάγμα κατάφερε να καταλάβει το ύψωμα 1806 με αιφνιδιαστική ενέργεια τη νύχτα στις 8 προς 9 Αυγούστου.

Κατά τη διάρκεια των έξι ημερών που κράτησε ο Πυρσός Α΄ ο ΚΣ κατέκτησε ορισμένες σημαντικές βάσεις εξόρμησης για την κατοπινή επίθεσή του στο θύλακα του Γράμμου. Το κυριότερο ήταν η πρόκληση έντονης αμηχανίας στην ηγεσία του ΔΣΕ ως προς τις πραγματικές προθέσεις της αντίπαλης στρατιωτικής ηγεσίας. Το αποτέλεσμα πάντως ήταν να παραμείνουν καθηλωμένες στο Γράμμο δυνάμεις του ΔΣΕ που θα έπρεπε να είχαν σπεύσει έγκαιρα στο μέτωπο του Βίτσι, αν βέβαια υποτεθεί ότι είχε εξασφαλιστεί η δυνατότητα της μεταφοράς τους, χωρίς φυσικά απώλειες.

Η κύρια ενέργεια της επιχείρησης, ο Πυρσός Β΄, εκδηλώθηκε στις 10 Αυγούστου. Σκοπός η συντριβή του ΔΣΕ στο Βίτσι εντός αυστηρού χρονοδιαγράμματος, ώστε οι δυνάμεις του να μην μπορέσουν να διαφύγουν και συνεχίσουν τον αγώνα σε άλλη περιοχή.

Η επίθεση ξεκίνησε με πολύωρο σφοδρό αεροπορικό βομβαρδισμό με βόμβες μεγάλης ισχύος και εντατική προπαρασκευή πυροβολικού κατά των θέσεων του ΔΣΕ στα υψώματα Πολενάτα και στο ύψωμα 1685. Η διοίκηση της ΙΙ Μεραρχίας του ΚΣ ανέθεσε την επιθετική εξόρμηση στην 22η Ταξιαρχία και στις υπόλοιπες δύο ταξιαρχίες τις ενέργειες αντιπερισπασμού και κάλυψης. Πριν εξορμήσει η 22η Ταξιαρχία με συνοδεία αρμάτων μάχης, ένα νέο κύμα αεροπορικών επιθέσεων, με ρίψη βομβών ναπαλμ, προσπάθησε να καταφέρει το τελικό καταστροφικό χτύπημα στα οχυρωματικά έργα και τα πολυβολεία των ανταρτών. Η δράση των αρμάτων μάχης, τα αντιαρματικά πυροβόλα και η υποστήριξη όλου του πυροβολικού της Μεραρχίας έκριναν την έκβαση της ενέργειας κατάληψης του υψώματος 1685. Περιήλθε τις μεταμεσημβρινές ώρες στην κατοχή του ΚΣ, την ίδια περίπου ώρα που καταλαμβανόταν και η μια από τις τρεις κορυφές του αμυντικού συγκροτήματος Πολενάτας. Η ολοκλήρωση της κατάληψης της Πολενάτας θα πραγματοποιηθεί μετά από ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο, αργά το απόγευμα της 11ης Αυγούστου.

Η μεγάλη αυτή καθυστέρηση θα μπορούσε να είχε θέσει σε μέγα κίνδυνο τα τμήματα της ΧΙ Μεραρχίας που είχαν ήδη διεισδύσει στο εσωτερικό των εχθρικών γραμμών . Ο κίνδυνος όμως ήταν κυρίως θεωρητικός παρά πραγματικός εφόσον η απλή λογική υπαγόρευε στο ΓΑ του ΔΣΕ τη διατήρηση της μικρής εφεδρείας του έτσι ώστε να μη χαθεί η δυνατότητα επέμβασης σε άλλη πολύ πιο κρίσιμη κατάσταση. Οι μαχητές που κρατούσαν ακόμα την Πολενάτα είχαν δεχτεί μια τρομακτική κόλαση πυρός και η αμυντική τους ζώνη είχε περιοριστεί. Είναι άρα ζήτημα αν ήταν σε θέση να προκαλέσουν ζημιά στον εχθρό, ο οποίος είχε διεισδύσει μέσα από τη χαράδρα του Μελά και βρισκόταν εντός του βεληνεκούς των όπλων πεζικού των ανταρτών.

Ωστόσο, η έκβαση της επιχείρησης στο σύνολό της κρίθηκε εκείνη την πρώτη νύχτα με τις υποδειγματικά επιτυχείς διεισδύσεις που πραγματοποίησαν τα κυβερνητικά στρατεύματα. Οι μοίρες της ΙΙΙ Μεραρχίας Καταδρομών, με σημεία εκκίνησης τα Κουλκουθούρια με κίνηση δυτικά (μια μοίρα) και Κρανιώνα με κίνηση βόρεια (τέσσαρις μοίρες), εισδύουν ταχύτατα στον κεντρικό τομέα του μετώπου μέσα από τις χαράδρες Μελά και Χαλάρας. Οι ταξιαρχίες πεζικού της Χ και ΧΙ Μεραρχίας ακολουθούν τα τμήματα καταδρομών, εκμεταλλεύονται τα αποτελέσματα και αντικαθιστούν τους καταδρομείς έτοιμες προς ενίσχυσή τους. Τα υψώματα Μόρο και Μπάρο καταλαμβάνονται την ίδια νύχτα χωρίς μεγάλη προσπάθεια, ενώ το ύψωμα Γιαμάτα θα εγκαταλειφθεί από τους αντάρτες. Το Ρότο (υψ. 1671) καταλήφθηκε το μεσημέρι της επομένης ημέρας από την 35η Ταξιαρχία μετά από τις ανεπιτυχείς νυχτερινές εξορμήσεις. Η πυκνότητα των επιτιθεμένων εκμηδενίζει τα περιθώρια αποτελεσματικότητας των σποραδικών αντεπιθέσεων που κάνουν οι εφεδρικές μονάδες του ΔΣΕ.

Οι κυβερνητικές δυνάμεις περικυκλώνουν από τα διάκενα τα υψώματα Τσούκα (υψ. 1679) και Λέσιτς (υψ. 1827), τα κεντρικά αμυντικά στηρίγματα του ΔΣΕ. Δέχονται ισχυρά πυρά πυροβολικού και αεροπορικές επιδρομές κατά κύματα με βόμβες, ρουκέτες και ναπάλμ. Ο λόχος της 102ης Ταξιαρχίας του ΔΣΕ που υπεράσπιζε την φλεγόμενη Τσούκα υποκύπτει και στο ύψωμα αναρριχήθηκε η 33η Ταξιαρχία (ΧΙ Μεραρχία). Παρά την προφανή διάρρηξη του μετώπου από τις επιτυχίες τριών κυβερνητικών μεραρχιών οι υπερασπιστές του Λέσιτς, οι δυνάμεις της 102ης Ταξιαρχίας του ΔΣΕ ενισχυμένες με τμήματα της Σχολής Αξιωματικών του ΓΑ, συνέχισαν τον αγώνα μέχρι αργά τη νύχτα που διατάχθηκε απαγκίστρωση. Η αντίσταση που προέβαλε το Λέσιτς δέσμευσε σημαντικές δυνάμεις, κυρίως τμήματα καταδρομών, με αποτέλεσμα να επιβραδυνθεί η προώθησή τους προς Κρυσταλλοπηγή και Πρέσπες για την αιχμαλωσία ή εξόντωση των υποχωρούντων ανταρτών.

Το πρωί της 12ης Αυγούστου το Λέσιτς περιέρχεται στην κατοχή της ΧΙ Μεραρχίας. Το σύνολο των δυνάμεων του ΔΣΕ που κατείχαν οχυρές θέσεις ανατολικά του ποταμού Ζέλοβα υποχωρούν. Η κατάρρευση της αμυντικής περιμέτρου είχε περίπου ολοκληρωθεί. Οι μεραρχίες του ΚΣ πέρασαν τώρα στην τελική φάση της επιχείρησης, δηλαδή στην απαγόρευση της υποχώρησης του ΔΣΕ στην Αλβανία. Τα επιτελικά σχέδια προέβλεπαν τον εγκλωβισμό των ανταρτών και την εξόντωση ενός όσο το δυνατόν μεγαλύτερου αριθμού. Από το μεσημέρι της 13ης Αυγούστου είχε αρχίσει ήδη το πέρασμα μονάδων του ΔΣΕ στο αλβανικό έδαφος. Τη νύχτα γενικεύτηκε καθώς τμήματα από τη Μπέλα Βόντα και τη Βίγλα Πισοδερίου συμπτύσσονταν προς τη μικρή χερσόνησο Άφρικα, διερχόμενα από το στενό διάδρομο μεταξύ των δύο Πρεσπών. Στα υψώματα Μισοδόγιστα τα τμήματα της ΧΙ Μεραρχίας και της ΙΙΙ Μεραρχίας Καταδρομών συνάντησαν τη σθεναρή αντίσταση του ΔΣΕ (13/8/49) στην προσπάθειά τους να κινηθούν προς τις διαβάσεις των συνόρων.

Ατυχής υπήρξε και η προσπάθεια της ΙΧ Μεραρχίας του ΚΣ να εγκατασταθεί στο ύψωμα Σμάρδεσι, δίπλα στο Μάλι Μάδι, για τον έλεγχο της διάβασης Κρυσταλλοπηγής. Καθηλώθηκε από πυρά των τμημάτων που προάσπιζαν το Μάλι Μάδι. Τα κυβερνητικά στρατεύματα δεν έφθασαν όσο έγκαιρα χρειαζόταν στις υποχρεωτικές διαβάσεις της Κρυσταλλοπηγής και του Λαιμού από όπου ο εχθρός είχε ήδη διαφύγει. Ωστόσο, η συνεχής δράση της αεροπορίας προκαλούσε μεγάλη αιμορραγία και φθορά στον υποχωρούντα ΔΣΕ. Ανέλαβε να παραλύσει ολόκληρο το σύστημα των μεταφορών και μετακινήσεων στη ζώνη του ΔΣΕ. Ιδιαίτερα καταστροφικές ήταν οι αεροπορικές επιδρομές της 14ης Αυγούστου κατά τμημάτων οπισθοφυλακής που αποκόπηκαν στις Πρέσπες και τη χερσόνησο Άφρικα. Στις 16 Αυγούστου οι συγκρούσεις στο Βίτσι είχαν τελειώσει με μια αποφασιστικής σημασίας νίκη των κυβερνητικών δυνάμεων, στρατιωτική και πολιτική.

Ο Πυρσός Γ΄, η ώρα της τελευταίας μάχης για την πτώση του Γράμμου είχε τώρα σημάνει. Η αρμοδιότητα της διοίκησης στον τομέα αυτό μεταβιβάστηκε στο Α΄ Σώμα Στρατού με επικεφαλής τον στρατηγό Θρασύβουλο Τσακαλώτο. Το σχέδιο προέβλεπε τη δημιουργία μιας ισχυρής λαβίδας, στο εσωτερικό της οποίας θα παγιδευόταν ο ΔΣΕ. Ο θύλακας του Γράμμου θα δεχόταν επίθεση από τη βόρεια πλευρά με ισχυρές δυνάμεις και ταυτόχρονα η VIII Μεραρχία από δυτικά θα καθήλωνε δυνάμεις του ΔΣΕ που η ηγεσία του θα χρησιμοποιούσε για αντεπιθέσεις. Η αποστολή της 77ης Ταξιαρχίας στο κέντρο του μετώπου ήταν η φραγή όλων των διαβάσεων προς την οροσειρά της Πίνδου. Ο αντικειμενικός σκοπός ήταν να καταληφθεί πρώτα η κεντρική κορυφογραμμή του Γράμμου και οι διαβάσεις της.

Όπως ακριβώς και στο Βίτσι η τακτική βασίστηκε στον αιφνιδιασμό του αντιπάλου. Θα γινόταν εκμετάλλευση των κενών που υπήρχαν ανάμεσα στα σημεία στήριξης της άμυνας του ΔΣΕ. Η αεροπορία, όπως και στο Βίτσι, θα αναλάμβανε σημαντικό ρόλο. Τα νέα βομβαρδιστικά κάθετης εφόρμησης Helldivers είχαν τη δυνατότητα να μεταφέρουν μεγάλο φορτίο βομβών και να πλήττουν τους στόχους με εξαιρετική ακρίβεια.

Η μάχη του Γράμμου άρχισε στις 25 Αυγούστου σε ένα εκτεταμένο μέτωπο. Οι διεισδύσεις των μονάδων του ΚΣ που έγιναν στη διάρκεια της προηγούμενης νύχτας σημείωσαν σημαντική πρόοδο. Τα Ψωριάρικα (υψ. 1441) και η Κόντρα Πολίγκα (υψ. 1364) καταλήφθηκαν από την ΙΧ Μεραρχία και μέχρι το τέλος της πρώτης ημέρας τα κυβερνητικά στρατεύματα εδραιώθηκαν σε πολλά υψώματα της μεθοριακής γραμμής. Η επιθετική όμως κίνηση της XV Μεραρχίας στην άνω κοιλάδα του Σαραντάπορου σύντομα ανακόπηκε από την πεισματική αντίσταση των ανταρτών και υποχρεώθηκε σε τοπική σύμπτυξη των δυνάμεών της και περιορισμό της δράσης της σε απλή πίεση του εχθρού.

Το σύστημα άμυνας του ΔΣΕ στον ανατολικό τομέα. βρέθηκε αντιμέτωπο με την Ι Μεραρχία. Το καλύτερα οργανωμένο στήριγμα ήταν το ύψωμα Τσάρνο (υψ. 1672). Ο ανελέητος αεροπορικός βομβαρδισμός που άλλαξε την όψη του υψώματος και οι αδιάκοπες βολές του πυροβολικού, είχαν αρχίσει από την προηγούμενη κιόλας ημέρα με εντυπωσιακά καταστροφικά αποτελέσματα. Καταλήφθηκε το μεσημέρι της 25ης Αυγούστου μετά από σκληρό και φονικό αγώνα για να καμφθεί η λυσσαλέα αντίσταση των ανταρτών. Αργά το μεσημέρι της 26ης Αυγούστου, μετά από αεροπορικούς βομβαρδισμούς και σκληρές επιθέσεις από διάφορες κατευθύνσεις, το ύψωμα Παπούλι (υψ. 1614) επίσης κατέλαβαν μεικτές δυνάμεις πεζικού και καταδρομών.

Η πτώση του Τσάρνο-Παπούλι κλόνισε τη σταθερότητα της αμυντικής διάταξης του ΔΣΕ. Η πολεμική απόδοση των κυβερνητικών δυνάμεων συνεχιζόταν, με την υποστήριξη πάντοτε της αεροπορίας. Η ΙΧ Μεραρχία προωθεί τις δυνάμεις της προς τα δυτικά και επιτίθεται τις πρωινές ώρες της 27ης Αυγούστου στην Πόρτα Οσμάν, το στρατηγικό πέρασμα προς την Αλβανία. Το αμυντικό σύστημα του ΔΣΕ έχει καταρρεύσει. Οι μάχες συνεχίζονται, σε περιορισμένη πλέον γεωγραφική έκταση, με στόχο την προάσπιση των συνοριακών διαβάσεων στην Αλβανία. Η πίεση του ΚΣ γίνεται όλο και περισσότερο ασφυκτική.

Στις 29 Αυγούστου όλες οι σημαντικές κορυφές του Γράμμου περιέρχονται στην κατοχή του. Στις 28 Αυγούστου άρχισε η υποχώρηση των τμημάτων του ΔΣΕ, η οποία ολοκληρώνεται την επομένη ημέρα από το πέρασμα της Μπάρας, τη μόνη πλέον ανοιχτή συνοριακή διάβαση. Στον δυτικό τομέα του μετώπου οι επιθέσεις της VIII Μεραρχίας τελικά καθηλώθηκαν ή ανατράπηκαν από αντεπιθέσεις του ΔΣΕ που κρατούσαν το Κάμενικ και τον Προφήτη Ηλία Πυρσόγιαννης. Τα ύστατα προπύργια του ΔΣΕ, το Κάμενικ και το Γκόλιο, που κάλυπταν την υποχώρηση των τμημάτων, εγκαταλείπονται τελικά από τους υπερασπιστές τους που εισέρχονται και αυτοί στην αλβανική επικράτεια. Τις επόμενες ημέρες θα συνεχιστεί η διαφυγή ξεκομμένων μαχητών και ομάδων.

Το σχέδιο εγκλωβισμού σημαντικών τμημάτων του ΔΣΕ απέτυχε. Η τελευταία μάχη που έδωσε ο ΔΣΕ, με πολύ άνισο σε βάρος του συσχετισμό δυνάμεων, δεν πιστοποίησε την καταστροφή του, αλλά την αδυναμία του να συνεχίσει τον πόλεμο. Οι δυνάμεις του αλώβητες, με «το όπλο παρά πόδα», υποχώρησαν συγκροτημένα και μπήκαν στο έδαφος της Αλβανίας. Θα ακολουθήσουν δεκαετίες πολιτικής προσφυγιάς στη μακρινή Τασκένδη (Ουζμπεκιστάν, ΕΣΣΔ) και στις άλλες νεότευκτες Λαϊκές Δημοκρατίες της Ευρώπης.

"...Ο Γράμμος έπεσε όταν ήμουνα κάτω στην περιοχή των Αγράφων και θυμάμαι ο Μακρής είχε τον ασύρματο και μου λέει αυτοί πανυγηρίζουν κατέλαβαν ένα ύψωμα το 2-523 . Εγώ ήξερα φυσικά ότι ήταν η κορυφή του Γράμμου. Εγώ τώρα τι να πω...Λέω ένα παλιούψωμα είναι ρε δεν είναι τίποτα μην ανυσηχείτε..."

(από την αφήγηση του Χ. Φλωράκη στο ντοκυμανταίρ του Ροβήρου Μανθούλη για τον εμφύλιο 5ο μέρος)

http://www.youtube.com/watch?v=8DOk3f7ppK4&feature=player_detailpage#t=258s

επιστροφή στην κορυφή