Menu

stasibanner

Συνοικισμός Χαλανδρίου: Μία ματιά στην ιστορία του

Τα χρόνια που ακολουθούν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και ιδιαίτερα η μεταπολεμική περίοδος αποτελούν για την πρωτεύουσα και για την Αττική γενικότερα περίοδο δημογραφικής ανάπτυξης και διαμόρφωσης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του αστικού χώρου. Το Χαλάνδρι δέχεται συνεχώς νέους κατοίκους και η φυσιογνωμία του αλλάζει. Η γη κατατεμαχίζεται και οικοδομείται, ενώ η περιοχή μεταβάλλεται σταδιακά από αυτόνομο αγροτικό οικισμό σε προάστιο και συνοικία της Αθήνας.

Στις πρώτες, όμως, δεκαετίες του 20ού αιώνα το Χαλάνδρι ήταν μία μικρή κοινότητα με περιορισμένο αριθμό κατοίκων. Ο χαρακτήρας της περιοχής ήταν κυρίως αγροτικός και οι κατοικίες ήταν διάσπαρτες στις καλλιεργημένες εκτάσεις που πλαισίωναν την κυρίως κατοικημένη ζώνη, η οποία σχεδόν ταυτίζεται με το σημερινό του κέντρο. Το 1920 είχε 1.897 κατοίκους, ενώ μετά την έλευση και την εγκατάσταση προσφύγων από τη Μικρά Ασία έφτασε, το 1928, τους 6.882 κατοίκους.

«Μετά την Καταστροφή περάσαμε από άλλα μέρη Χίο, Σάμο και το ’23 κατασταλάξαμε στο Χαλάνδρι. Στο Χαλάνδρι βρήκαμε κι άλλους δικούς μας. Είχαν έρθει από τον πρώτο διωγμό του ’14. […] Μαζευτήκαμε όμως πολλοί, τα τρόφιμα δεν έφταναν και έδιδαν πολύ λίγα. Τότε σκεφτήκαμε να κάμομε σωματείο. Το σωματείο μας το λέγαμε «Παράρτημα Μικρασιατικού Κέντρου». Το Μικρασιατικό Κέντρο ήταν κάτω στην Αθήνα. Από κει μας έδωσαν σανίδες και κάμαμε καρέκλες».

Στην ακατοίκητη περιοχή με τους ελαιώνες και τα χωράφια που απλωνόταν προς τη λεωφόρο Κηφισίας δημιουργήθηκαν δύο μεγάλοι προσφυγικοί συνοικισμοί. Στον πρώτο κατοικούσαν το 1926-1927 140-150 οικογένειες από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο. Είχαν εγκατασταθεί σε ξύλινα παραπήγματα και σκηνές δίπλα στο σταθμό του τραίνου που συνέδεε την Αθήνα με το Λαύριο. Στις μαρτυρίες που έχουν διασωθεί οι συνθήκες διαβίωσης χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα δύσκολες, καθώς οι πρόσφυγες έζησαν μέσα στα νερά και τις λάσπες χωρίς στοιχειώδεις παροχές και κανόνες υγιεινής περίπου για μια δεκαετία.

Στη δεκαετία του 1930 απαλλοτριώθηκαν εκτάσεις γης γύρω από τις όχθες της ρεματιάς και κτίστηκαν (1934-1936) 62 πέτρινα σπίτια με δύο δωμάτια το καθένα. Εκεί εγκαταστάθηκαν το 1936 70-80 οικογένειες προσφύγων, ενώ πολλοί εξακολουθούσαν να κατοικούν στις παράγκες του πρώτου συνοικισμού. Ο νέος συνοικισμός πήρε το όνομα της περιοχής που ήταν «Τζανεριές», αν και η τότε επίσημη ονομασία του ήταν «Προσφυγικός συνοικισμός της 4ης Αυγούστου».

Οι συνθήκες ζωής ήταν ιδιαίτερα δύσκολες καθώς έλειπαν στοιχειώδεις ανέσεις. Η ύδρευση των κατοίκων γινόταν από ένα κοινοτικό πηγάδι, ενώ η σύνδεση με το ηλεκτρικό ρεύμα έγινε στις αρχές της δεκαετίας του 50. Το χειμώνα η ρεματιά πλημμύριζε συχνά και οι γύρω δρόμοι γίνονταν αδιάβατοι. Το 1957 στεγάστηκαν ακόμη 37 οικογένειες σε κατοικίες που κατασκευάστηκαν με την επίβλεψη του κράτους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι πρόσφυγες κατάφεραν να οργανώσουν τη ζωή τους. Ίδρυσαν δικό τους σύλλογο και αθλητικές ομάδες. Κέντρα διασκέδασης και καφενεία δεν υπήρχαν, μόνο ένα μικρό μπακάλικο για να προμηθεύονται τα απαραίτητα. Παρόλες όμως τις δυσκολίες και την οικονομική ανέχεια ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένες μεταξύ τους η συνοχή και η αλληλεγγύη καθώς διαμόρφωσαν μία κοινωνική ομάδα με κοινά κοινωνικά, οικονομικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Βενιζελικοί αρχικά, στρατεύθηκαν αργότερα στις γραμμές του ΕΑΜ και δημιούργησαν μικρούς οργανωμένους πυρήνες της Αριστεράς στις δεκαετίες που ακολούθησαν.

Η καθημερινότητά τους συντηρούσε στοιχεία από το ιδιαίτερο παρελθόν και την πολιτισμική τους παράδοση. Πολλοί μιλούν ακόμη για τα γλέντια τους που κρατούσαν δυο-τρεις μέρες και γίνονταν στους δρόμους με τη συμμετοχή όλων των κατοίκων του Συνοικισμού. Πολλοί από τους πρόσφυγες είχαν ιδιαίτερη αγάπη στη μουσική και ήταν ερασιτέχνες οργανοπαίκτες.

Οι επαγγελματικές τους δραστηριότητες ήταν στο σύνολό τους χειρωνακτικές. Εργάζονταν ως καλλιεργητές στα κτήματα των παλαιότερων Χαλανδραίων, εργάτες, οικοδόμοι, λατόμοι στην Πεντέλη, φρεατωρύχοι, ποιμένες ή σφαγείς. Ορισμένοι κατάφεραν να ασχοληθούν με τεχνικά-βιοτεχνικά επαγγέλματα και να αποκτήσουν σιγά-σιγά δικά τους εργαστήρια και καταστήματα. Οι γυναίκες των προσφύγων ήταν ασπρορουχούδες, καπελούδες, κεντήστρες και έκαναν μεροκάματα σε διάφορα σπίτια του Χαλανδρίου.

Έτσι έζησαν σε ένα χώρο οριοθετημένο από το υπόλοιπο Χαλάνδρι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 50, οπότε ο Συνοικισμός έπαψε να είναι αμιγής προσφυγική περιοχή. Για αρκετά χρόνια όμως ο διαχωρισμός ανάμεσα στους «γηγενείς» και τους «πρόσφυγες», τους «ντόπιους» και τους «ξένους» δημιουργούσε προβλήματα και συγκρούσεις, όπως άλλωστε συνέβη σε αρκετές περιοχές που εγκαταστάθηκαν προσφυγικοί πληθυσμοί.

 Η συνεχής εισροή κατοίκων και η οικοδόμηση του Χαλανδρίου έχει αλλοιώσει τη φυσιογνωμία της προσφυγικής περιοχής και έχει αφήσει ελάχιστα ίχνη του παρελθόντος στο χώρο. Οι γραπτές μαρτυρίες και οι πηγές που διασώζονται είναι ελάχιστες. Η πρώτη γενιά των προσφύγων έχει πια χαθεί. Οι αναμνήσεις των νεότερων συμπληρώνουν κάποια από τα κενά και αποδίδουν κάπως το κλίμα της εποχής. Η διάσωσή τους δεν μπορεί να έχει σήμερα ως αυτοσκοπό τη συντήρηση της μικρασιατικής μνήμης, μπορεί όμως να αποτελέσει μια απόπειρα για τη γνώση του παρελθόντος και πολύ περισσότερο να συμβάλει στην κατανόηση του προσφυγικού κόσμου και των δικών του ιδιαιτεροτήτων.
επιστροφή στην κορυφή