Menu

stasibanner

Αφρική: Η χαμένη Ήπειρος

Αυτό που μετρά είναι το Κογκό, είναι ο φτωχός λαός μας που μετέτρεψαν την ανεξαρτησία του σε κλουβί, όπου τον κοιτάζουν απέξω πότε μ’εκείνη την καλοπροαίρετη συλλύπηση και πότε με χαρά και ευχαρίστηση.

Λουμουμπα Πατρις – από το τελευταίο του γράμμα προς τη γυναίκα του

Τα εθνικοαπελευθερωτικά  κινήματα σάρωσαν την Αφρική το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Τον Ιούλιο του 1952 στην Αίγυπτο επικρατεί το κίνημα των ελεύθερων αξιωματικών με τον Νάσσερ, στις 31 Οκτωβρίου του 1954 ξέσπασε η επανάσταση στην Αλγερία ενώ την ίδια εποχή η Κένυα συγκλονίζεται από το κίνημα των Μάου – Μάου. Το 1957 πρώτη η Γκανά κηρύσσεται ανεξάρτητη με ηγέτη τον Γκρουμαχ εμβληματική μορφή του παναφρικανικού κινήματος αλλά και χαρακτηριστική περίπτωση των αντιφάσεων του. Στις 30 Ιουνίου 1960 κηρύσσεται η ανεξαρτησία του πολύπαθου Κογκό˙ εκεί από το 1960 ως το 1965 στον εμφύλιο πόλεμο θα ανασχεθεί από το αποσχιστικό κίνημα της Κατάγκα και τους Ευρωπαίους μισθοφόρους η πρώτη ορμή του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος και θα δολοφονηθεί ο Λουμούμπα Πάτρις στις 17 – 1 1961.

Πάντως στις αρχές της δεκαετίας του 60 η αποικιοκρατία έχει ήδη καταρρεύσει στο μεγαλύτερο μέρος της ηπείρου. Σε πολλές χώρες επικρατούν καθεστώτα που δηλώνουν σοσιαλιστικά και διατηρούν στενές σχέσεις με την ΕΣΣΔ και την λαϊκή Κίνα. (Η Γουινέα με τον Σεκού Τουρέ, η Τανζανία με τον Τζουλιους Νιερέρε κ.α.) Σπουδαίοι διανοούμενοι όπως ο Γιόμο Κενυάτα στην Κένυα αναλαμβάνουν την ηγεσία των χωρών τους. Το 1974 στην Αιθιοπία στρατιωτικό πραξικόπημα στην συνέχεια λαϊκής εξέγερσης καταργεί την δυσχιλιετή μοναρχία. Το 1975 κερδίζουν την ανεξαρτησία τους μετά από υπερδεκαετή αιματηρό εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο η Αγκόλα, η Μοζαμβίκη, η Ζιμπάμπουε, η Γουινέα Μπισάου. Τέλος στις αρχές της δεκαετίας του 90 καταρρέει το καθεστώς του Απαρτχάιντ στην Νότια Αφρική.

Ποιος είναι ο απολογισμός τεσσάρων δεκαετιών ‘’ανεξαρτησίας’’? Τι πέτυχε η ‘’ ελεύθερη’’ Αφρική? Ποια είναι τα αποτελέσματα των αφρικανικών σοσιαλιστικών πειραμάτων? Στην πρωτεύουσα του Κογκό Κινσάσα μόνο το 5% από τα 6 εκατομμύρια κατοίκους της έχει ένα τακτικό εισόδημα˙  οι ενήλικες, ένας στους πέντε φορέας του έιτζ, ζουν από τους μικρούς τους λαχανόκηπους με λιγότερα από 100 δολάρια τον χρόνο και μεταξύ τους διαδίδεται το κυνήγι των παιδιών – μάγων. Στην μέχρι πρότινος σοσιαλιστική Αιθιοπία θεωρείται πλούσιος όποιος μπορεί να τρώει τρεις φορές την ημέρα για όλο τον χρόνο.

Η Αγκόλα έχασε ενάμιση εκατομμύρια κατοίκους στον εμφύλιο πόλεμο και το Κογκό τέσσερα εκατομμύρια μόνο τα τελευταία χρόνια – οι ανατολικές του επαρχίες θυμίζουν την Γερμανία του τριακονταετούς πολέμου. Το Νταρφουρ, η Σιέρα Λεόνε, η Λιβερία, η Ουγκάντα, η Σομαλία, λίγο πριν η Ρουάντα δίνουν εικόνες από καιρό εις καιρό για τις οθόνες των Δυτικών και τους βοηθάν να απολαμβάνουν την ασφάλεια και την άνεση τους υπενθυμίζοντας τους μια ζώνη εξαίρεσης, μια περιοχή τρόμου, φρίκης, στέρησης, πόνου, αρρώστιας, εκεί που όλα μπορούν να συμβούν. Το Εθνικό Αφρικανικό Κογκρέσο ηγούμενο πλέον της Νότιας Αφρικής, της πολιτικής και οικονομικής υπερδύναμης της ηπείρου εφαρμόζει σκληρές νεοφιλελεύθερες πολιτικές επιδεινώνοντας τις ανισότητες σε μια κοινωνία ήδη από τις πιο άνισες του κόσμου.

Τι στράβωσε, τι δεν πήγε καλά στην υπόθεση της Αφρικανικής απελευθέρωσης?  Οι ρίζες της αφρικανικής κρίσης βρίσκονται βαθιά μέσα στην ιστορία της αποικιοκρατίας, τα τραύματα που προκάλεσε η επαφή με τον Δυτικό πολιτισμό ουδέποτε, ούτε σήμερα, μπόρεσαν να επουλωθούν παραμένουν πάντα ανοιχτά και υπονομεύουν το μέλλον της ηπείρου, κάθε προοπτική διεξόδου.

ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΑ

Η υποσαχάρια Αφρική επικοινωνούσε για χιλιάδες χρόνια είτε με την λεκάνη της Μεσογείου, τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη δια μέσου των καραβανιών που διέσχιζαν την Σαχάρα είτε με την Αραβία, την Περσία, την Ινδία και την Κίνα δια μέσου των περίφημων ‘’ντόου’’ που διέσχιζαν την Αραβική Θάλασσα και τον Ινδικό ξεκινώντας από τις πολυάριθμες εμπορικές πόλεις – κράτη που εκτείνονται στην Ανατολική ακτή από την Σομαλία μέχρι την Μοζαμβίκη. Παρόλο που τα προϊόντα τους έφταναν στα πέραντα του κόσμου ο αφρικανικές κοινωνίες προστατευόμενες από την έρημο, τους ωκεανούς και τα τροπικά δάση παρέμεναν κοινωνίες φυλετικές χωρίς τάξεις και κράτος.

Βέβαια το Βασίλειο του Αξούμ στη Αιθιοπία χρονολογείται από τους πρώτους προ – χριστιανικούς αιώνες και τα κουσιτικά Βασίλεια στο σημερινό Σουδάν ήταν ακόμη παλαιότερα, Νοτίως της Σαχάρας αξιόλογες αυτοκρατορίες αναπτύχθηκαν από τον 10ο αιώνα και μετά όπως της Γκάνα, του Μάλι, της Σογχάης και του Κανεμ – Μπορνου. Νοτιότερα, ανάμεσα στον Ζαμβέζη και τον Λιμπόπο, άκμαζε η αυτοκρατορία Μονομοτάπα. Ο ισλαμικός πολιτισμός που διείσδυε από τα βόρεια και ανατολικά διαπαιδαγωγούσε εμπόρους και γραφειοκράτες που έρχονταν να κατοικίσουν σε νεοαναγειρόμενες πόλεις όπως η Νιάνι, το Γκάο, το Μπενίν, το Κάνο κα. Η φήμη των θεολογικών και νομικών σχολών του Τιμπουκτού και του Τζέννε διαδόθηκε ως τη μουσουλμανική Ασία. Ο περίφημος περιηγητής Ιμπν Μπατουτά που είχε επισκεφτεί τις περισσότερες γνωστές πόλεις του κόσμου, και είχε φτάσει μέχρι το Πεκίνο, θεωρούσε την Κιλούα  (στα παράλια της σημερινής Τανζανίας) ως την ωραιότερη πόλη που είχε δει.

Χίλια χρόνια πριν η υποσαχάρια Αφρική δεν ήταν πιο ‘’καθυστερημένη’’ από πολλές περιοχές στην Ανατολική Ευρώπη ή την Ιαπωνία (και προφανώς δεν μπορεί να γίνει καθόλου λόγος για την Βόρεια Αφρική που εδώ και χιλιάδες χρόνια βρισκόταν στην πρωτοπορία του παγκόσμιου πολιτισμού). Παρ ότι η εξουσία των γενών είχε αρχίσει να διαρρηγνύεται και η ανάδυση των ταξικών σχέσεων είχε δρομολογηθεί βασισμένη στην επέκταση και στην τελειοποίηση της χρήσης του σιδήρου, στην διάδοση των εμπορικών εταιρειών (Έμποροι Ντυούλα κα.) και στον σχηματισμό γραφειοκρατιών γύρω από τους μονάρχες, οι αφρικανικές κοινωνίες με τα τεχνικά τους επιτεύγματα, τους πολέμους, τις μεταναστεύσεις τους, την ισορροπημένη σχέση με την φύση, την ευημερία που προσέφεραν στους κατοίκους τους παρέμεναν στη βάση τους φυλετικές χωρίς κράτος και τάξεις εξισωτικές κοινωνίες.

Ο κατακερματισμός είναι το μυστικό της διατήρησης των αρχαϊκών κοινωνιών έλεγε ο Πιέρ Κλάστρ. Οι επιτυχίες τους έχουν λοιπόν ως τίμημα ότι δεν μπορούν να δώσουν τα μεγάλα συμπαγή πολιτισμικά σύνολα που έδωσαν π.χ. στην Ινδία οι Άριοι Πολεμιστές, οι Βραχμανοί ιερείς και οι έμποροι του παζαριού ή οι ‘’λόγιοι’’ στην Κίνα, οι Σογκούν και οι Σαμουράι στην Ιαπωνία κτλ. Οι αφρικανικές αυτοκρατορίες της λεγόμενης ώριμης εποχής του σιδήρου (14ος – 16ος αιώνας) ήταν βήματα μιας δυναμικής κρατικής ενοποίησης (και του συνάδοντος βαθέματος των ταξικών διακρίσεων ) αλλά η οποία όμως ανακόπηκε ή τροποποιήθηκε βαθιά από την ευρωπαϊκή εισβολή.

Παλαιότερα το λεγόμενο εκπολιτιστικό έργο των μεγάλων κατακτητών (π.χ. των Ρωμαίων στην Δ. Ευρώπη) συνίστατο – αφού τελείωνε η πρώτη περίοδος των σφαγών, των καταστροφών και των εξανδραποδισμών – στην επιβολή του δικού του πολιτισμού στην θέση των πολιτισμών που κατέστρεψαν. Ακόμα συχνότερα η κατάχτηση οδηγούσε σε μια συγχώνευση του πολιτισμού των νικητών και των νικημένων. (όπως έγινε όταν οι Ρωμαίοι κατέκτησαν την Α. Μεσόγειο).

Οι Ευρωπαίοι στην Αφρική (αλλά επίσης στην Αμερική και την Αυστραλία) απλώς κατέστρεψαν αυτό που βρήκαν. Οι εξισωτικές φυλετικές κουλτούρες αποδείχθηκαν εξαιρετικά ευάλωτες, δεν μπόρεσαν όπως οι μεγάλοι, ιεραρχημένοι, ταξικοί και παμπάλαιοι πολιτισμοί της Ασίας να εξισορροπήσουν το πλήγμα και κατέρρευσαν.

Στις αρχές του 16ου αιώνα και μέσα σε λίγα χρόνια οι Πορτογάλοι κατέστρεψαν τις ανθηρές εμπορικές πόλεις της Ανατολικής ακτής (ίσως το πιο πολιτισμένο κομμάτι της ηπείρου) και προκάλεσαν την κατάρρευση του υπερπόντιου Θαλάσσιου εμπορίου με την Ασία˙ ενός εμπορίου που έθρεψε θρύλους όπως αυτόν του Σεβάχ του θαλασσινού. Την ίδια εποχή ξεκίνησε η αφαίμαξη από το δουλεμπόριο που επρόκειτο να κρατήσει τρεις με τέσσερις αιώνες. Δεκάδες εκατομμύρια Αφρικανοί αρπάχτηκαν στις δυτικές ακτές (αλλά και με εντεινόμενους ρυθμούς αργότερα  στις ανατολικές ακτές από τους Άραβες).

Το χειρότερο δεν ήταν η πληθυσμιακή αφαίμαξη που δεν ήταν βαρύτερη από αυτή που επέφερε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες η μετανάστευση αλλά η καταστροφή του παραγωγικού ιστού και η δηλητηρίαση των πολιτικών σχέσεων μέσα στην ίδια την ήπειρο. Σχηματίστηκαν εύπορα παράκτια αφρικανικά κράτη που στήριζαν την ευημερία τους στο πούλημα αιχμαλώτων έναντι φτηνών βιομηχανικών προϊόντων και πυροβόλων όπλων. Παρ’όλο που στην σχέση με τους Ευρωπαίους αναπτύχθηκαν πιο σύνθετες μορφές εμπορίου (πχ. Οι λεγόμενες εταιρείες του μονόξυλου) και διοίκησης η παραδοσιακή βιοτεχνία δεν μπόρεσε ν’ αντέξει τον ανταγωνισμό. Εάν κάποιος φωτισμένος αρχηγός – και υπήρξαν τέτοιοι – δίσταζε να εμπλακεί σ’ αυτό το εμπόριο, το μόνο που μπορούσε να του προμηθεύσει πυροβόλα όπλα, θα το έκαναν οι ανταγωνιστές του. Πολλά εκατομμύρια πέθαναν στους πολέμους ανάμεσα στους Αφρικανούς για την αρπαγή δούλων για να ικανοποιηθεί η ακόρεστη ζήτηση αυτού του εμπορίου του προορισμένου για ‘’βασιλιάδες, πλούσιους ανθρώπους και κορυφαίους εμπόρους’’ όπως το χαρακτήριζε ο Barbot το 1680.

Στην συνδιάσκεψη του Βερολίνου το 1884 -1885 η λεγόμενη ‘’ κλωτσοπατινάδα για την Αφρική’’ (‘όπως απεκάλεσαν οι Times τον φρενήρη ανταγωνισμό των Ευρωπαϊκών δυνάμεων) κατέληξε σε συμφωνία κυριών για τον διαμελισμό και το μοίρασμα της ηπείρου.

Οι Ευρωπαϊκές αποικίες, που στις περισσότερες περιπτώσεις θα έδιναν αργότερα τα σύνορα στα μελλοντικά αφρικανικά έθνη – κράτη συγκέντρωναν στις επικράτειες τους πολλούς, διαφορετικούς και συχνά με ανταγωνιστικές και εχθρικές σχέσεις μεταξύ τους λαούς. Αυτό που ενδιέφερε την μητρόπολη ήταν η οικονομικά αποδοτική εκμετάλλευση της αποικίας και ενίοτε η εγκατάσταση αποίκων στις εύφορες και με ήπιο κλίμα περιοχές. Εντόπιζε τις πλουτοπαραγωγικές πηγές που χρειάζονταν και έφτιαχνε μόνο τις υποδομές ή εκπαίδευε τους Αφρικανούς αποκλειστικά  στο μέτρο που κάλυπταν τις ανάγκες της εκμεταλεύσεις των εν λόγω πόρων. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η αποικία δεν αποτελούσε μια κοινωνία αλλά μια σειρά από επάλληλες κοινωνίες σε αποσύνθεση ή σε σοβαρή κρίση που τις συγκρατούσε σ’ ένα όλο ένας μηχανισμός καθαρής βίας στην υπηρεσία της εκμετάλλευσης πολύ συγκεκριμένων και πολύ περιορισμένων θυλάκων που είχαν για τον αποικιοκράτη οικονομικό ενδιαφέρον. Αυτοί οι θύλακες θα αποτελούσαν μετά την ανεξαρτησία τις μόνες κάπως ανεπτυγμένες ζώνες του νεαρού κράτους που καθώς περιβάλλονταν από μια θάλασσα υπανάπτυξης, φτώχειας, ερήμωσης, συχνά θα εκδήλωναν αποσχιστικές τάσεις. Τέτοια ήταν η περίπτωση της Κατάγκα, της 6ης επαρχίας του Κογκό που έφερνε το 48% του συναλλάγματος της νεοσύστατης δημοκρατίας.

Οι φυλετικές κοινωνίες, ο αγροτικός κόσμος της αυτοσυντήρησης δεν μπορούν να διατηρηθούν άπαξ και έρθουν σ΄ επαφή με τις βιομηχανικές κοινωνίες ακόμα και αν δεν πέσουν θύματα βίαιης εισβολής και κατάκτησης πράγμα που δεν ήταν η περίπτωση της Αφρικής. Το 1919 μια έκθεση επίσημης Βελγικής αποστολής διαπίστωνε ότι ο πληθυσμός του Κογκό είχε μειωθεί κατά το ήμισυ στα 40 χρόνια της Βελγικής κατοχής.. Την εποχή της απελευθέρωσης η καρδιά της παραδοσιακής Αφρικής – η ζωή και η οικονομία του χωριού – είχε σχεδόν καταστραφεί. Η χειροτεχνία, η υφαντουργία, μια μεταλλουργία με παράδοση δυο χιλιάδων χρόνων, οι συντεχνίες των τεχνιτών είχαν καταστραφεί. Οι ενήλικες άντρες έφευγαν όλοι μαζί για τις πόλεις (σε ποσοστά 30-60% στο Μαλάουι ) προκειμένου να εργαστούν για να πληρώσουν τους φόρους ή να αγοράσουν τα βιομηχανικά προϊόντα που έφταναν παντού. Από το 1894 στην Νότιο Αφρική και σε Βρετανικές κτήσεις οι αφρικανοί έπρεπε να πληρώνουν βαρύ φόρο εκτός και εάν τρεις μήνες τον χρόνο ασκούσαν μισθωτή εργασία για τους λευκούς. Τα παραδοσιακά συστήματα συλλογικής ζωής, νομού και αυτοσεβασμού είχαν πλέον καταρρεύσει.

Οι ιθαγενείς γίνονταν όλο και περισσότερο τα δημιουργήματα του αποίκου: νέγροι, αράπηδες. (‘’ο νέγρος ποτέ δεν υπήρξε τόσο νέγρος όσο από τότε που κυριαρχείται από τον λευκό’’ έγραφε ο Φανόν). Όπως τα σώματα τους έτσι και οι πολιτισμοί τους σύσπωντο,  πέρναγαν σε μια κίνηση αναδίπλωσης, σε αγκύλωση, σε ακαμψία, δεν ήταν πλέον παρά κομμάτια που χρησίμευαν για την οργάνωση μίας αμυντικής δομής προσωπικότητας. Οι αποικιοκράτες (οι τελευταίοι υπερασπιστές του νέγρικου στυλ για τον Φανόν) μπρος σε ότι δημιούργησαν μπορούσαν να μιλάνε για φονικά ένστικτα, για φυλετική προδιάθεση στην εγκληματικότητα, κυριαρχία των ορμέμφυτων, απουσία λογικής ή ηθικής συνείδησης, για παρορμητικότητα κτλ. ενώ άλλοι ευρωπαίοι μαζί με τους ντόπιους διανοούμενους εκστασιάζονταν από τον διονυσιασμό του νέγρου.

Η αποικιοκρατία ποτέ δεν άσκησε στα σοβαρά τον εκπολιτιστικό ρόλο που διακήρυσσε γιατί ήταν δέσμια των ρατσιστικών της προκαταλήψεων. Δεν καταπίεζε και εκμεταλλευόταν απλά τους ιθαγενείς αλλά τους αμφισβητούσε την ανθρώπινη ιδιότητα. Όπως παρατηρούσε ο Φανον δεν  έβλεπε τη χώρα παρά σαν ένα οικόπεδο όπου οι ιθαγενείς ,τα ζώα ,τα δέντρα ήταν μόνο η φυσική σκηνογραφία της δικής της ανθρώπινης παρουσίας. Ακόμα και στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα σε έγκυρα συγγράμματα της ψυχιατρικής διατυπώνονταν απόψεις για τις ελάχιστα εξελιγμένες φλοιώδεις δραστηριότητες του αφρικανού του οποίου η φυτική και  ενστικτώδης ζωή κανονίζεται κυρίως από τον διεγκέφαλο. Γινόταν λόγος για ‘’μετωπιαία οκνηρία’’ η οποία κάνει τον ομαλό αφρικανό ένα λοβοτομημένο Ευρωπαίο.

Στα μορφωτικά επιτεύγματα της αποικιοκρατίας, στην πολιτική κληρονομιά που άφησε πίσω της καταγράφεται ότι:

Στη Ζιμπάμπουε το 1958 σε πληθυσμό 3 εκατομμυρίων Αφρικανών 12158 φοιτούσαν στην κατώτερη τάξη και μόνο    13 στην ανώτερη

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950  η Ουγκάντα, η Κένυα και  Τανζανία έδιναν και οι τρεις ετήσια 2000 απολυτήρια μέσης εκπαίδευσης.

Όταν ανακηρύχτηκε  η ανεξαρτησία του Κονγκό υπήρχαν λιγότεροι από 20 Κονγκολέζοι απόφοιτοι πανεπιστημίου ανάμεσα σε 15 εκατομμύρια κατοίκους.

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Αλλού ο απελευθερωτικός αγώνας ήταν σκληρός (ιδίως όπου υπήρχαν εγκατεστημένοι πολυάριθμοι Ευρωπαίοι άποικοι – Ν. Αφρική, Αλγερία, Κένυα κ.α.)αλλού η μητρόπολη παραχώρησε η ίδια την ανεξαρτησία πιεζόμενη από τις ευρύτερες εξελίξεις στην ήπειρο και προκειμένου να ελέγξει καλύτερα την κατάσταση αλλά και γιατί πλέον για τον ιμπερεαλισμό η κατοχή αποικιών δεν αποτελούσε αναγκαιότητα (μετά τον β΄παγκόσμιο πόλεμο η αποικιοκρατία είχε δώσει τη θέση της στη νέο-αποικιοκρατία). Ο αγώνας είχε τη μορφή ανταρτοπόλεμου στην ύπαιθρο, απεργιών στην πόλη ενώ το εθνικιστικό κόμμα είχε την πολιτική διεύθυνση.

Το εθνικιστικό κόμμα στηριζόταν στους διανοούμενους ,τους εμπόρους τους επιχειρηματίες αλλά και στα εργατικά συνδικάτα των πόλεων. Οι τελευταίες υφίσταντο μάλλον σαν αποφυάδες των ευρωπαϊκών μητροπόλεων παρά σε στενή οργανική σχέση με την ύπαιθρο και την υπόλοιπη χώρα. Πολλές φορές το εθνικιστικό κόμμα το ξέσπασμα της εξέγερσης ούτε το ήθελε ούτε πολύ περισσότερο το προκάλεσε. Πάντα όμως εμφανιζόταν ως ο συνομιλητής , ο απαραίτητος μεσολαβητής με τους αποικιοκράτες και από την ουρά του εθνικού κινήματος βρισκόταν ξαφνικά στη κεφαλή και αναλάμβανε τα ηνία του νεοσύστατου κράτους (χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση είναι η Κένυα όπου κανείς εθνικιστής ηγέτης δεν τοποθετήθηκε δημόσια υπέρ του κινήματος των Μάου – Μάου)

Οι λαοί που κατοικούσαν τις αποικίες που μόλις κέρδισαν την ελευθερία τους στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αποτελούσαν ένα πραγματικό έθνος. Με την απελευθέρωση υφίστατο ένα κράτος ,μια επικράτεια αλλά όχι κατ’ανάγκην ένα έθνος και το έθνος δεν φτιάχνεται ,δεν κατασκευάζεται όπως νομίζουν πολλοί που θεωρούν τους εαυτούς τους μαρξιστές.

Αν και ο πόλεμος ‘’δημιουργεί κοινότητα’’ ένα έθνος δε γεννιέται μόνο και μόνο στην κοινή πάλη εναντίον του καταχτητή , στην αλληλεγγύη ανάμεσα στις διάφορες εθνότητες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα. Η λεγόμενη ιστορική κοινότητα είναι μια από τις ενδεχόμενες προϋποθέσεις του έθνους, η πολιτισμική ή γλωσσική συνάφεια το ίδιο άλλα όλα αυτά από μόνα τους δεν κάνουν έθνος (εξάλλου ως ιστορικές κοινότητες πολλές από τις εθνότητες που απαρτίζουν τα αφρικανικά κράτη θα μπορούσαν να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους εξίσου νόμιμα με οποιοδήποτε ευρωπαϊκό έθνος)

Το έθνος είναι η ηγεμονία (με την γκραμσιανη έννοια του όρου) ,η ενότητα της σχέσης του ηγεμόνα με τους ηγεμονευόμενους, του κυρίαρχου με τους κυριαρχούμενους στον βιομηχανικό καπιταλισμό. Ή αλλιώς το έθνος είναι το πολιτικό σώμα της αστικής κοινωνίας την εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού. Η έκταση και το βάθος της πολιτικής κοινωνίας ή καλύτερα η λαμπρότητα της δημόσιας σφαίρας είναι το μέτρο της ισχύος του έθνους. Άρα λοιπόν, αν το έθνος είναι μια θεμελιακή μορφή που παίρνει στο πολιτικό – πολιτισμικό επίπεδο η σχέση κεφάλαιο / εργασία, το θέμα των αφρικανικών κρατών – εθνών μπορεί επίσης να αναλυθεί στους δύο όρους αυτής της σχέσης: στην κατάσταση της αστικής και της εργατικής τους τάξης. Ο Λουμούμπα Πάτρις θαυμαστής των Γιακωβίνων και της Γαλλικής Τρίτης τάξης έπαιρνε λαθεμένα το ισχνό και ασήμαντο στρώμα των ‘’εξελιγμένων’’ απ’ όπου προήρχετο και ο ίδιος ως μια πανεθνική τάξη. Ο Φάνον, πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα μίλαγε ‘’για μια μικρή κάστα με μεγάλα δόντια’’ για ‘’κοράκια υπερβολικά πολυάριθμα και υπερβολικά λαίμαργα σχετικά με την ισχνότητα του εθνικού θηράματος’’.

Με την απελευθέρωση το πρώτο μέλημα της αστικής τάξης ‘’μιας κάστας ανασφαλών, άτολμων υπαλλήλων’’ ήταν να αρπάξει τις θέσεις και τις περιουσίες που κατείχε πριν ο ξένος πληθυσμός καλυμμένη πίσω από το σύνθημα της εθνικοποίησης. Κοινωνικά ατροφική και αδύναμη προτιμούσε από την δημοκρατία ένα μονοκομματικό καθεστώς στημένο γύρω από έναν χαρισματικό ηγέτη ο οποίος εγγυάτο στις λαϊκές μάζες ότι το νέο καθεστώς αποτελεί συνέχεια του απελευθερωτικού αγώνα. Οι λαϊκές μάζες που δεν έβλεπαν καμία βελτίωση της ζωής τους αντίστοιχη με εκείνη που πέτυχαν για παράδειγμα οι Γάλλοι αγρότες μετά την επανάσταση παίρνουν της αποστάσεις τους. Ενώ οι ανταγωνισμοί για την νομή του κράτους μαίνονται στους ηγετικούς κύκλους ο ηγέτης αισθάνεται όλο και πιο απομονωμένος και προσφεύγει στην βοήθεια της δίκης της εθνότητας, της παρέχει τις πιο προσοδοφόρες θέσεις υποδαυλίζοντας έτσι τους εθνοτικούς ανταγωνισμούς. Οι άνεργοι, το λούμπεν προλεταριάτο, οι μικροβιοτέχνες αντιγράφουν στο δικό τους επίπεδο την νοοτροπία αυτής της κάστας και εξαπολύουν πρόγκρομ εναντίον των δικών τους ανταγωνιστών, των ξένων Αφρικανών μεταναστών και η σύγκρουση γρήγορα γίνεται φυλετική σύγκρουση με τις υπόλοιπες εθνότητες της χώρας. Το κόμμα ταυτίζεται με το κράτος και αποσυντίθεται. Ο στρατός, εκπαιδευμένος από ξένους ειδικούς, όλο και πιο αναγκαίος για την καταστολή των ταραχών και των λαϊκών εκδηλώσεων, προβάλλει ως η μόνη αξιόπιστη οργανωμένη δύναμη της κοινωνίας.

Αυτή η αστική τάξη δεν ενδιαφερόταν να δημιουργήσει πλούτο, δεν αντιλαμβανόταν την ακόρεστη δίψα της για πλούτη σαν συσσώρευση κεφαλαίου, σαν παραγωγική επανεπένδυση της υπεραξίας. Αδιαφορεί για την παραγωγή, δεν διακινδυνεύει το κομπόδεμα της στο στήσιμο εργοστασίων, στον εκσυγχρονισμό της γεωργίας. Συγκροτείται ως τάξη γύρω από την νομή του κρατικού μηχανισμού ο οποίος γρήγορα περιορίζεται στα καθήκοντα της αποικιοκρατικής διοίκησης, στην διασφάλιση υποδομών για το ξένο κεφάλαιο και την αναπαραγωγή του. Η ξένη βοήθεια κατευθύνεται σε εντυπωσιακές κατασκευές στην πρωτεύουσα. Οι πολυτελείς καταναλωτικές συνήθειες αυτών των νεόπλουτων αυξάνουν το δημόσιο χρέος. Εμπιστεύονται το νέο κράτος που έφτιαξαν λιγότερο από ξένο κεφάλαιο και επενδύουν τα κέρδη τους στο εξωτερικό. Δεν διακατέχονται από το παλιό ασκητικό ιδεώδες των πρωτοπόρων που δημιούργησαν -  πάνω στο αίμα και τα δάκρυα των εργατών – την βιομηχανική κοινωνία. Το ήθος τους είναι το ηδονιστικό ήθος των σύγχρονων αστών της μητρόπολης όχι γιατί – όπως λέει σαρκαστικά ο Φανόν – πέρασαν μ’ ένα πήδημα τα ενδιάμεσα στάδια. Στην πραγματικότητα αρχίζουν από το τέλος.

Η οργανωμένη (σε συνδικάτα στην περίπτωση μας) εργατική τάξη – η άλλη τάξη που στον καπιταλισμό μπορεί να εγείρει ηγεμονικές αξιώσεις – πήρε δραστήρια μέρος στον εθνικό αγώνα. Οι απεργίες της υπήρξαν κορυφαία στιγμή της πάλης. (Στην Σενεγάλη τα συνδικάτα των σιδηροδρομικών ήταν η οργάνωση που ξεκίνησε τον εθνικό αγώνα.) Δεν μπόρεσε όμως να αρθρώσει μια κοινωνική συμμαχία γύρω της κατά την διάρκεια του αγώνα, θεωρείτο σχετικά προνομιούχα και πιεζόταν από ένα τεράστιο εφεδρικό στρατό που συγκεντρωνόταν στις παραγκουπόλεις. Μετά την απελευθέρωση, χωρίς σχέση με την ύπαιθρο, συντρίφτηκε εύκολα στην σύγκρουση της με την αστική τάξη όταν διεκδίκησε έναν ανεξάρτητο πολιτικό ρόλο. Ο Φανόν θεωρούσε τυπικό λάθος των εθνικιστών την προνομιακή απεύθυνση στους εργάτες και έγραφε:

Το σημειώσαμε πολλές φορές: στα αποικιακά εδάφη το προλεταριάτο είναι το μέρος του αποικιοκρατούμενου λαού που περιποιείται περισσότερο το αποικιακό καθεστώς. Το εμβρυακό προλεταριάτο των πόλεων είναι σχετικά προνομιούχο. Στις καπιταλιστικές χώρες το προλεταριάτο δεν έχει τίποτα να χάσει… Στις αποικιοκρατούμενες χώρες το προλεταριάτο έχει να χάσει τα πάντα. Πραγματικά αποτελεί το μέρος του αποικιοκρατούμενου λαού που είναι απαραίτητο και αναντικατάστατο για την καλή λειτουργία της αποικιακής μηχανής: οδηγοί τραμ, ταξί, ανθρακωρύχοι, λιμενεργάτες, διερμηνείς, νοσοκόμοι κλπ. είναι τα στοιχεία που αποτελούν την πιο πιστή πελατεία των εθνικιστικών κομμάτων και που με προνομιούχα θέση που κατέχουν στο αποικιοκρατικό σύστημα αποτελούν το ‘’ αστικό’’ μέρος του αποικιοκρατούμενου λαού. (‘’Της γης οι κολασμένοι’’ εκδ. Κάλβος σελ. 85-86)

Όμως ανάλογες παρατηρήσεις θα μπορούσαν επίσης να διατυπωθούν 50 χρόνια πριν για το Ρωσικό ή το κινέζικο προλεταριάτο. Το τελευταίο αν και νικήθηκε στις εξεγέρσεις του 1925 – 27 δεν γονιμοποίησε πρόσφορα το όλο επαναστατικό κίνημα? Μήπως στις μέρες του Φανόν είχε περάσει πια ο καιρός της εργατικής τάξης? (Η μήπως δεν είχε έρθει ακόμα?). Τα εθνικά αφρικανικά συνδικάτα είχαν στην καταγωγή τους μια στενή σχέση με τα μητροπολιτικά συνδικάτα και δεχόταν την επιρροή τους˙ υφίσταντο πάνω στην νεότητα τους τις επιπτώσεις της γήρανσης και της παρακμής του παλιού εργατικού κινήματος της Ευρώπης, τις συνέπειες μίας ήττας σε μια μάχη που τα ίδια δεν είχαν προλάβει να δώσουν. Άλλωστε την δεκαετία του 50 το διεθνές επαναστατικό πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης (Κομουνιστές – αναρχικοί) είχε χάσει πλέον την ορμή του και τον ανεξάρτητο ηγεμονικό του ρόλο.

Σχηματίζονται έτσι οι αδρές γραμμές των χαρακτηριστικών της πιο διαδεδομένης μορφής κοινωνίας στην Αφρική. Οι Αμπντουλάχ Λαρουί και Ζαν Ζήγκλερ για να την περιγράψουν χρησιμοποίησαν εύστοχα την έννοια πρώτο – έθνος  [από την λέξη πρώτος: στοιχειώδης, πρωτόγονος]. Αυτή η έννοια κατά την γνώμη μας στην εποχή της ‘’παγκοσμιοποίησης’’ αποκτά μια ευρύτερη σημασία επίσης έξω από την Αφρική.

Το πρώτο - έθνος είναι μια ετερογενής κοινωνία όπου η εξουσία είναι μόνιμο αντικείμενο αγώνων, διαπραγματεύσεων και συναλλαγών˙ η ενότητα της υφίσταται στην βάση ενός συνεχώς επαναδιαπραγματεύσιμου συμβολαίου. Διαπραγματεύονται δυτικοποιημένες ελίτ με τις παραδοσιακές ιεραρχίες ή τους γόνους των παλαιών βασιλικών δυναστειών, στρατιωτικοί με τις τοπικές εμπορικές αστικές τάξεις και τους προύχοντες της υπαίθρου, δικτάτορες μ’ ένα πλήθος θρησκευτικών τοπικών και εθνικών παραεξουσιών, θεσμικοί παράγοντες με το οργανωμένο έγκλημα κ.ο.κ. Στο πρώτο – έθνος η διάκριση δημόσια / ιδιωτική κοινωνία είναι ασαφής. Μεγάλο μέρος της πολιτικής εξουσίας διαφεύγει της ‘’δημόσιας’’ σφαίρας,  χάνεται και διασκορπίζεται στους λαβύρινθους της ‘’ιδιωτικής’’ κοινωνίας, στα διάφορα αποσυνδεδεμένα ή χαλαρά συνδεδεμένα επίπεδα του κοινωνικού.

Το πρώτο - έθνος επιδιώκει – ευκαιρίας δοθείσης – να βελτιώσει τη θέση του στο ιμπεριαλιστικό πλέγμα. Χρησιμοποιεί γλώσσα εθνικιστική, ανεξαρτησιακή, διεκδικητική ακόμα και ‘’ επαναστατική’’. Σε συνεδρία και σε συνδιασκέψεις οι ‘’πρωτοεθνικοί σατράπες’’ κερδίζουν τα χειροκροτήματα των τρόφιμων των μη – κυβερνητικών οργανώσεων αλλά και διαφόρων ‘’αφελών’’ ευρωπαίων αριστερών. Σε κατοπινούς καιρούς  θα πάρουν μέρος στο κίνημα για μια εναλλακτική παγκοσμιοποίηση και ίσως μπορέσουν να φιλοξενήσουν στην χώρα τους και ένα παγκόσμιο κοινωνικό φόρουμ.

Ωστόσο το πρώτο – έθνος δεν έχει το βάθος που θα του επέτρεπε ένα αυτόνομο ιστορικό πεπρωμένο. Ζει κατά παραχώρηση, είναι δημιούργημα της συγκυρίας, αποκτά ή χάνει την κρατική του οντότητα ανάλογα με τις επιλογές του ιμπεριαλισμού στην περιοχή. Οι συμμαχίες του είναι ρευστές και εξαιρετικά ευμετάβλητες. Οι χωροφύλακες της Κατάγκα, οι φονιάδες του Λουμπούμπα, το 1961 -1965 πολεμούν στο πλάι των ευρωπαίων μισθοφόρων εναντίον των επαναστατικών δυνάμεων. Το 1975 ως πρόσφυγες στην Αγκόλα προσχωρούν στο φιλοσοβιετικό MPLA και πολεμούν στο πλευρό των Κουβανών.

Αυτός ο sui generis σχηματισμός, που μελετήθηκε και πήρε το όνομα του στην ‘’καθυστερημένη’’ Αφρική διαδίδεται σήμερα σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Η Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια έχουν γεμίσει πρωτο-εθνή˙ ακόμα και τα παλιά κράτη έθνη αποχτούν στις μέρες μας τα χαρακτηριστικά του πρωτο-έθνους. Η πολιτική οικονομία του πρωτο-έθνους για τον Ζαν Ζήγκλερ στηρίζεται στο ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο (επενδύσεις στους φυσικούς πόρους της χώρας, δανεισμός) και στην παρουσία μιας κρατικής αστικής τάξης η οποία σπαταλά την ξένη βοήθεια και καρπώνεται την ‘’υπεραξία του κράτους’’ το οποίο εξασφαλίζει τις ελάχιστες αναγκαίες υποδομές και προστασία για τις ξένες επενδύσεις απομυζώντας τους ντόπιους. Η άποψη του βρίσκεται κοντά με την δική μας όπως την διατυπώσαμε στο σχεδίασμα για μελέτη ‘’ Η ηγεμονία των ΗΠΑ’’ (2001, αδημοσίευτο). Γράφαμε ότι την εποχή της παγκοσμιοποίησης το διεθνές κεφάλαιο διαπραγματεύεται με τα κράτη – έθνη από μια εξωτερική  ως προς αυτά θέση. Τα κράτη – έθνη ανταγωνίζονται μεταξύ τους για να του πουλήσουν ή να του ενοικιάσουν ζώνες για την εκδίπλωση των παραγωγικών και κερδοσκοπικώντου δραστηριοτήτων. Σήμερα, προκειμένου να αυξηθεί η αποδοτικότητα, η παραγωγή αναλύεται σε επιμέρους παραγωγικές διαδικασίες οι οποίες επιτελούνται σε διαφορετικούς τόπους και χώρες ανάλογα με τις ιδιαίτερες απαιτήσεις τους για υποδομές, φυσικούς πόρους επίπεδο συλλογικού εργάτη κτλ. Στην παγκόσμια αγορά υφίσταται η ανάγκη χώρων πολλών ‘’ταχυτήτων’’, μιας μεγάλης διαφοροποίησης, μιας μεγάλης ποικιλίας των ζωνών παραγωγής – κατανάλωσης. Έτσι η παγκοσμιοποίηση δεν οδηγεί στην ομογενοποιήση αλλά στο μέγιστο δυνατό τεμαχισμό. Το κράτος έθνος καταλήγει να είναι ο συλλογικός ιδιοκτήτης ενός τόπου ή τόπων παραγωγής που αναζητούν ενοικιαστή. Το διεθνοποιημένο κεφάλαιο πληρώνει στο κράτος την ανταλλακτική αξία της υποδομής, έξοδα για την αναπαραγωγή του συλλογικού εργάτη και μια πρόσοδο για τους φυσικούς πόρους.

Η πρωτοεθνική αστική τάξη είναι μέρος της υπερεθνικής ελίτ. Υιοθετεί τον κοσμοπολίτικο τρόπο ζωής, τα δυτικά καταναλωτικά πρότυπα και εντάσσεται στην κοσμόπολη με μια πολιτιστική και όχι με μια πολιτική (εθνική ή ταξική) ταυτότητα. Το αφρικανικό πρώτο-έθνος με ασαφή εθνική συνείδηση και μικρή αφομοιωτική δύναμη, διχασμένο ανάμεσα σε διαφορετικές εθνοτικές ομάδες και την κουλτούρα τους καταφεύγει στο φολκλόρ  και την πολιτιστική ταυτότητα του αφρικανισμού ή της νεγροσύνης. Και στις άλλες ηπείρους τα κράτη έθνη που βλέπουν την δημόσια τους σφαίρα να κενώνεται και την πολιτική εξουσία να διαφεύγει προς τα πάνω και προς τα κάτω (υπερεθνικές ολοκληρώσεις – αποσχίστηκες τάσεις) προσφεύγουν σε ανάλογες του αφρικανισμού ιδεολογίες όπως ο Ευρωπαϊσμός, το Ισλάμ, ο παναραβισμός κα. Αυτές επικαλούνται όχι εθνικές – κρατικές αλλά πολιτισμικές ενότητες ανεξάρτητες των κρατικών συνόρων και των χωριστών πολιτικών κοινωνιών. Στο ίδιο πλαίσιο ο Χαντιγκτον μιλάει για σύγκρουση των πολιτισμών και εμείς για πολυεθνική, πολυφυλετική και πολυπολιτισμική κοινωνία. Η κοσμόπολη (η Αυτοκρατορία) είναι πολυπολιτισμική. Το φολκλορ είναι βασικό στοιχείο του σύγχρονου κοσμοπολιτισμού. Μέσα στην κοσμόπολη ο Αφρικανός αστός είναι πιο κοσμοπολίτης από τον Αμερικανό, τον Γερμανό ή τον Κινέζο αστό.

Ο Φανον αναγνώριζε ότι ο Αφρικανός χρειάζεται διπλή συνείδηση (εθνική - νεγροαφρικανική) αλλά αμφισβητούσε αυτές τις ταυτότητες στο επίπεδο του πολισμού που τσουβαλιάζουν λαούς, τάξεις κοινωνικούς σχηματισμούς, άτομα, ράτσες. Ήδη στις μέρες του (1961) διαπίστωνε με οδύνη ότι ‘’η αφρικανική ενότητα… που άσκησε τρομερή πίεση στην αποικιοκρατία αποκαλύπτει το πραγματικό της πρόσωπο και κομματιάζεται σε επαρχιωτισμούς μέσα στα πλαίσια μίας και της αυτής εθνικής πραγματικότητας’’. (‘’Της γης οι κολασμένοι’’ σελ. 135). Ο Φανον, παραμένοντας προσηλωμένος στο αστικό – δημοκρατικό παράδειγμα, πίστευε ότι δεν μπορούσε να υπάρξει κουλτούρα για τους αφρικανικούς λαούς έξω από την σχέση της με μια συγκροτημένη (έθνος – κράτος) ή υπό διαμόρφωση (εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα) πολιτική κοινωνία. Γι’ αυτόν δεν υπάρχει ζωντανή κουλτούρα χωρίς το υποκείμενο της, χωρίς τον συγκεκριμένο λαό της με όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του, χωρίς την πολιτική του υπόσταση αυτήν ακριβώς που τον κάνει υποκείμενο.

Δεν έβλεπε αντίφαση ανάμεσα στον διεθνισμό και τα εθνικοαπελευθερωτικά καθήκοντα, θεωρούσε ότι ‘’ ο εθνικός της χαρακτήρας θα κάνει την κουλτούρα περάτη από τις άλλες κουλτούρες και θα της επιτρέψει να επιδράσει, να εισχωρήσει σε άλλες κουλτούρες’’ και ότι θα επρόκειτο για ‘’λάθος βαρύ σε συνέπειες αν θέλαμε να πηδήξουμε το εθνικό στάδιο… η εθνική συνείδηση που δεν είναι εθνικισμός είναι η μόνη που μπορεί να μας δώσει διεθνή διάσταση… αν η εθνική οικοδόμηση είναι αληθινή συνοδεύεται απαραιτήτως από την ανακάλυψη και την προώθηση διεθνιστικών αξιών’’ (σελ 220,222,223 ‘’της γης οι κολασμένοι’’). Ο Φανον έβλεπε το έθνος σαν αναντικατάστατη πρόσβαση στην  οικουμενικότητα και έγραφε ότι η αδυναμία της εθνικής δημοκρατικής ολοκλήρωσης των πρώην αποικιών θα οδηγούσε σε ατελεύτητες εθνοτικές συγκρούσεις, στην απελπιστική επιστροφή του πιο απεχθούς και του πιο έντονου σωβινισμού, στο χυδαίο φυλετισμό, στην αναβίωση όλων των ειδών των θρησκευτικών ανταγωνισμών.

Και αν τα πράγματα έχουν έτσι, τότε ο ‘’κύριος εχθρός μας’’ προφανώς και δεν είναι ο εθνικισμός ( και φυσικά δεν μπορούμε πολεμώντας δήθεν τον εθνικισμό να υποστηρίζουμε όλων των ειδών τους εθνοτισμούς και μαζί την Αυτοκρατορία όπως κατάντησε να κάνει μέρος της Αριστεράς κατά τους Γιουγκοσλαβικούς εμφύλιους). Από την άλλη όμως σήμερα – παρότι 47χρόνια μετά τον θάνατο του οι παρατηρήσεις του Φανον παραμένουν βάσιμες – ούτε το δικό μας απελευθερωτικό σχέδιο μπορεί να περάσει μέσα από την αναβίωση των αστικών κρατών – εθνών, των αστικών δηλαδή κοινοτήτων που η ίδια η αστική τάξη έχει εγκαταλείψει στην παρακμή… Που άραγε να βρίσκονται οι πατρίδες των παιδιών μας?

Ο Φανον γράφοντας το ‘’της γης οι κολασμένοι’’ και ενώ πέθαινε στα τριανταέξι του από καρκίνο καταλάβαινε καλά το αδιέξοδο. Ήλπιζε – έπρεπε να ελπίζει κάπου – στους αγρότες και στην συμμαχία τους με το λουμπέν προλεταριάτο και τους εξτρεμιστές των εθνικιστικών κομμάτων. Όμως αν οι αγρότες μπόρεσαν να παίξουν κάποιο ρόλο στην ιστορία ήταν μόνο σαν το πεζικό μίας πειθαρχημένης ιντελιγκενσίας που στους νεότερους χρόνους δεν μπορούσε να είναι παρά αστικής ή πρώτο – αστικής προέλευσης – (και πάλι προϋποτίθεται μια ελάχιστη βάση αστικής ανάπτυξης). Το πιο επιτυχημένο εγχείρημα αυτού του είδους είναι η κινέζικη επανάσταση. Η κινέζικη όμως ιντελινγκενσία συνδύαζε την προέλευση από τα ταχέως αναπτυσσόμενα αστικά στρώματα των παραλιών, το μπόλιασμα από ένα δυναμικό εργατικό κίνημα στην άμεση συνέχεια του ρωσικού Οκτώβρη, την εικονοκλαστική (δες πολιτιστική επανάσταση) και χωρίς αναστολές (ο Σουν Γιατ Σεν δεν δίστασε να γίνει Χριστιανός για να εμβαθύνει…) προσχώρηση στον Δυτικό πολιτισμό και το γερό στήριγμα που έδινε η τρομερή παράδοση των λόγιων. Οι δύσμοιροι Αφρικανοί που μπορούσαν να πατήσουν?

Η ιστορική πείρα φαίνεται να αποδεικνύει τελεσίδικα ότι το πέρασμα από μια προκαπιταλιστική και πολύ περισσότερο από μια υποκατάρρευση φυλετική χωρίς κράτος κοινωνία στον κομμουνισμό είναι ανέφικτο. Αν υπάρχει σήμερα μια περιοχή που μπορεί να παίξει τον μεσσιανικό ρόλο που ευαγγελιζόταν ο Φανον για τον Τρίτο κόσμο αυτή βρίσκεται στην Κίνα και την Ινδία δηλαδή σε χώρες που τείνουν να πραγματώσουν την αστική ολοκλήρωση τους.

Το στοίχημα στην Αφρική δεν ήταν ο σοσιαλισμός αλλά η πρωταρχική συσσώρευση, η δημιουργία μίας ανεπτυγμένης οικονομικής βάσης, ενός ευάριθμου προλεταριάτου, η γέννηση μιας αστικής και ει δυνατόν δημοκρατικής κοινωνίας. Το έργο αυτό φαινόταν ότι μόνο μια γραφειοκρατία στο όνομα του σοσιαλισμού μπορούσε να το πετύχει. Τα κατάλληλα θεωρητικά και ιδεολογικά εργαλεία προσέφερε ένας ‘’μαρξισμός’’ δουλεμένος κατάλληλα από την Δεύτερη και Τρίτη Διεθνή σε κρατική ιδεολογία που ήταν ταυτόχρονα Δυτική (αναγκαία η υιοθέτηση του προηγμένου Δυτικού πολιτισμού) και αντιδυτική (ανάγκη αυτοπροσδιορισμού σε αντιπαράθεση με την Δύση των νέων αστικών τάξεων ). Ωστόσο ακόμα και εκεί που υπήρξε μακροχρόνιος απελευθερωτικός αγώνας, ανάδυση θεσμών λαϊκής αυτοοργάνωσης και επίμονες μορφωτικές εκστρατείες κατά την διάρκεια του λαϊκού πολέμου, μετά την απελευθέρωση το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα ήταν μόνο λίγο διαφορετικό (και έτσι ή αλλιώς δύσκολα θα μπορούσε να πάρει άλλη τροπή η κατάσταση λαμβανόμενης υπόψη και της γενικευμένης αναδιάρθρωσης του παγκόσμιου καπιταλισμού από την δεκαετία του 70 και μετά).

Πάντως φαίνεται ότι η ηθική των λεγόμενων συστημάτων της τιμής και της ντροπής, τυπική για τις φυλετικές κοινωνίες, δεν μπορεί να δώσει συνοχή και αποτελεσματικότητα στην τεράστια γραφειοκρατία του σύγχρονου κράτους. Ίσως οι Αφρικανοί υφίστανται ένα έλλειμμα της ‘’πλεονάζουσας απώθησης’’ (Όπως την όρισε ο Μαρκουζέ) και στερούνται τις πολιτισμικές αρετές που προέρχονται από την φοβερή ορθοπεδική στην οποία υπέβαλλε τα πλήθη επίμονα και για χιλιετηρίδες ο ασκητικός ιερέας του Νίτσε. Από αυτής της πλευράς το Ισλάμ, όχι στην φωτισμένη αλλά στην πιο απεχθή καταπιεστική του εκδοχή, μήπως επιτελεί ένα πραγματικά νεωτερικό έργο? Μήπως είναι ο Προτεσταντισμός του Τρίτου κόσμου? Γιατί θυμόμαστε μόνο την Γαλλική από τις αστικές επαναστάσεις και ξεχνάμε τον σπουδαίο ρόλο που έπαιξαν οι φανατικές θρησκευτικές σεκτές στην Αγγλική και την Αμερικανική επανάσταση αλλά και στην ίδια την ανάδυση της νεωτερικότητας?

Οι Αφρικανοί για χιλιετηρίδες ζούσαν ευτυχείς, ενώ από την Κίνα μέχρι την Ευρώπη στα χωράφια, στις δημόσιες και τα κανάλια κείτονταν τα θύματα της πείνας, των λιμών και των σφαγών ενώ στους αγροτικούς δρόμους, στις πύλες και στις πλατείες των πόλεων υψώνονταν ικριώματα πάνω στα οποία στήνονταν τα κατακρεουργημένα πτώματα των εκτελεσμένων. Οι Αφρικανοί ζούσαν στην μυθική ‘’Χρυσή Εποχή’’ που ονειρεύονταν οι καταπιεσμένοι της Ευρασίας. Όμως τελικά ούτε οι Αφρικανοί μπόρεσαν να ξεφύγουν˙ ήταν προνομιούχοι αλλά τώρα τους ζητούν να πληρώσουν τον λογαριασμό. ‘’Στον αστερισμό του δήμιου συντελέστηκε η ανάπτυξη του πολιτισμού…. δεν μπορεί κανείς να καταργήσει τον τρόμο και να του μείνει ο πολιτισμός’’ έγραφαν οι Αντόρνο – Χορκχάιμερ. Κανένας δεν γλυτώνει από εκείνο τον κακό Θεό τον Δημιουργό που περιέγραφε η κοσμολογία των αρχαίων Γνωστικών.

Η Αφρική χρειάζεται μια μαζική εισδοχή πόρων και τεχνολογίας από το εξωτερικό για να ορθοποδήσει. Σήμερα η ξένη ‘’ βοήθεια’’ και ο ένοπλος ανθρωπισμός των Δυτικών την βυθίζει ακόμα χειρότερα στο χάος. Ο Φάνον ζήταγε σωστά ‘’πολεμικές αποζημιώσεις’’ για τα εγκλήματα της αποικιοκρατίας. Αυτές οι αποζημιώσεις όμως δεν πρόκειται να καταβληθούν όσο η σημερινή παγκόσμια αστική τάξη εξακολουθεί να θριαμβεύει κυνικά.

Στις τεράστιες παραγκουπόλεις του Ναιρόμπι, του Γιοχάνεσμπουργκ και του Λάγκος οι κολασμένοι αυτοοργανώνονται και είναι οπλισμένοι. Οι στοιχειακές δυνάμεις της εξέγερσης υφίστανται, η φλόγα μέσα στις στάχτες σιγοκαίει. Η λάμψη της βέβαια δεν φτάνει ή φτάνει με δυσκολία στα φόρουμ που αγωνίζονται για μια ‘’εναλλακτική παγκοσμιοποίηση’’ ακόμα και όταν αυτά φιλοξενούνται στην Αφρική. Αλλά ο Αφρικανός Πουγκάτσωφ υπάρχει λίγο πολύ παντού. Του λείπει ακόμα η τόσο κρίσιμη συμμαχία με την φιλοσοφία και οι Αφρικανοί διανοούμενοι έχουν εγκαταλείψει τις χώρες τους για να ζήσουν στις μητροπόλεις του καπιταλισμού. Πουθενά αλλού αυτό δεν έχει συμβεί σε τέτοια κλίμακα.

Οι νέες τεχνολογίες διαδίδονται εντυπωσιακά σ’όλη την ήπειρο, φέρνουν την πόλη στο χωριό και σπάζουν την πατροπαράδοτη απομόνωση της υπαίθρου. Οι Αφρικανοί εργάτες (όπως και οι Ευρωπαίοι) είναι ακόμα ζαλισμένοι αλλά αποτελούν παντού μια υπαρκτή κοινωνική δύναμη, δεν υπάρχει πια η αντιιμπεριαλιστική  ρητορεία της πρωτοεθνικής αστικής τάξης που τους τράβηξε στην ουρά της την εποχή του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα˙ οι πρώτες ύλες που παράγουν ταξιδεύουν συχνά για την μακρινή Ανατολή εκεί όπου ένα όλο και πιο συμπαγές όλο και πιο πολυάριθμο με πλούσια επαναστατική παράδοση προλεταριάτο σχηματίζεται…. Ίσως θα έρθει ξανά ο καιρός μας.

 

Προτείνουμε θερμά το βιβλίο του Φρανς Φανον ‘’Της γης κολασμένοι’’ εκδ. Κάλβος. Πρόκειται ένα από τα μείζονα έργα της επαναστατικής γραμματείας αλλά και γενικότερα της πολιτικής φιλοσοφίας στον 20ο αιώνα. Είναι το βασικό κείμενο αναφοράς των Αφρικανών και Αφροαμερικανών  επαναστατών, ενέπνευσε από τον Τσε Γκεβάρα μέχρι τους Μαύρους Πάνθηρες, σχολιάστηκε από την Χανα Αρεντ και γνωρίζει σήμερα μια νέα δημοσιότητα στις διαπολιτισμικές σπουδές αν και δυστυχώς παραμένει σχετικά άγνωστο στο ριζοσπαστικό κοινό της χώρας μας.

επιστροφή στην κορυφή