Menu

stasibanner

Οι όροι συγκρότησης του Κυπριακού κράτους

Α) Σύντομη αναφορά της κοινωνικής ιστορίας της Κύπρου από την παραχώρηση στους Άγγλους μέχρι το τέλος του β 'παγκοσμίου πολέμου.

Η πράξη παραχώρησης της Κύπρου στους Άγγλους από το τουρκικό κράτος (1878), το οποίο όμως διατηρούσε την κυριότητα, συνδέεται με τους προσανατολισμούς της βρετανικής αυτοκρατορίας για δημιουργία ενός αντισταθμίσματος απέναντι στην προσάρτηση από τη Ρωσία των περιοχών του Βατούμ, του Καρς και του Αρδαχάν και το άνοιγμα της διώρυγας του Σουέζ. Για το λόγο αυτό επιλέχτηκε η απόκτηση της Κύπρου έτσι ώστε να χρησιμοποιηθεί ως στρατιωτική βάση διαφύλαξης του "δρόμου των Ινδιών» [2]. Η Τουρκία ύστερα από την ήττα και την αποδοχή των επαχθών όρων της συνθήκης του Αγ. Στεφάνου αντιμετώπισε το σχέδιο αυτό της Μ. Βρετανίας ως μια ευκαιρία σύναψης συμμαχίας σε μια δύσκολη γι 'αυτή περίοδο [3].

Εν τούτοις, πολύ σύντομα η κατάληψη και της Αιγύπτου από τα βρετανικά στρατεύματα (1882) θα απαξιώσει τη σημασία της Κύπρου, με αποτέλεσμα το ανάλογο ενδιαφέρον της Βρετανικής Αυτοκρατορίας στο τέλος του 19ου αιώνα να περιοριστεί [4]. Θα πρέπει να περάσουμε στον 20ο αιώνα, να ξεσπάσει ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος για να επανεξεταστεί η κομβική θέση του νησιού. Η εφεύρεση και χρησιμοποίηση και του αεροπλάνου, πέρα ​​από τα πλοία, ως πολεμικού μέσου έδωσε τη δυνατότητα δημιουργίας στρατιωτικών βάσεων με σκοπό «τον έλεγχο των περιοχών της Μ. Ασίας, της Συρίας, της Αιγύπτου και ενός μεγάλου τμήματος της σιδηροδρομικής γραμμής Βερολίνου- Βαγδάτης" [5].

Η εξέλιξη αυτή θα εξαλείψει διάφορες τάσεις που είχαν δημιουργηθεί παλαιότερα (περίοδος '12 -'15) σχετικά με το ενδεχόμενο ένωσης της Ελλάδας με την Κύπρο ως αντάλλαγμα για την είσοδο της χώρας μας στον πόλεμο και θα οδηγήσει στην ανακήρυξη της Κύπρου σε αποικία του Στέμματος .

Το αίτημα για την ένωση με την Ελλάδα θα επανέλθει μερικά χρόνια αργότερα όταν η οικονομική κρίση του '29 και η ένταση των κοινωνικών ανισοτήτων που θα επιφέρει θα συντελέσουν αποφασιστικά στη δημιουργία της αποτυχημένης εξέγερσης του 1931 Τη χρονιά εκείνη οι Βρετανοί προχώρησαν στην κατάθεση νομοσχεδίου που προέβλεπε νέους τελωνειακούς δασμούς σε είδη πρώτης ανάγκης και αύξηση της φορολογίας [6]. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη- για πέμπτη χρονιά- ανομβρία θα δημιουργήσει τους όρους για την εκδήλωση του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος Οι Ελληνοκύπριοι, οι οποίοι εργάζονταν τότε 12 με 14 ώρες την ημέρα αμειβόμενοι μόνο με 1-2 σελίνια, θα επιδιώξουν με το αίτημα της Ένωσης τη λύση στα οικονομικο- κοινωνικά τους προβλήματα [7].

Η συντριβή της εξέγερσης του 1931, μιας εξέγερσης που ποτέ δεν ειδώθηκε με θετικό τρόπο από τον Βενιζέλο και την κυβερνητική εξουσία στη μητροπολιτική Ελλάδα, θα συντελέσει στη διατήρηση των βαθιών κοινωνικών ανισοτήτων μιας κατά βάση αγροτικής κοινωνίας. Έτσι μέχρι το τέλος της δεκαετίας του '30 μόλις το 3% των αγροτών διέθεταν δική τους ιδιοκτησία- ικανή να ανταποκριθεί στις ανάγκες τους [8]. Παράλληλα λειτουργεί ένα δίκτυο μεγαλοϊδιοκτητών (τσιφλικάδες και εκκλησία), οι οποίοι είτε παίρνουν στη δούλεψή τους μικροϊδιοκτήτες ως εργάτες γης είτε νοικιάζουν την ιδιοκτησία τους στους καλλιεργητές [9]. Το βασικό πρόβλημα, ωστόσο, είναι πως οι φτωχοί αγρότες είτε εργάζονται στη δική τους γη είτε εργάζονται στα χωράφια άλλων δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις με αποτέλεσμα να καταφεύγουν στους τοκιστές- δεδομένης της περιορισμένης δραστηριότητας επίσημων πιστωτικών ιδρυμάτων [10]. Το αποτέλεσμα θα είναι η υποθήκευση του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων των δανειζόμενων στους τοκιστές και η σταδιακή αποστέρησή τους. Πολύ περισσότερο που ο δανειστής δεν περιοριζόταν, συνήθως, στην παροχή χρημάτων για την αγορά γης, αλλά δάνειζε εμπορεύματα (ζώα, ζωοτροφές λιπάσματα), προμήθευε με καταναλωτικά είδη τις αγροτικές οικογένειες κλπ [11].

Στο πολιτικό επίπεδο, και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '30, αυτό που παρατηρείται είναι η ύπαρξη ενός, κατά Γκράμσι, «αγροτικού συνασπισμού εξουσίας» [12], ο οποίος εκφραζόταν μέσα από τη συμμετοχή της κυπριακής κοινότητας (Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι [13] ) στο Νομοθετικό Συμβούλιο (το ανώτερο συλλογικό όργανο διοίκησης του νησιού): Εκεί διαπιστώνεται μια υπέρμετρη αντιπροσώπευση του στρώματος των πιστωτών, μια δυσανάλογη συμμετοχή της εκκλησίας και των εμπόρων και μια υποαντιπροσώπευση των αγροτών, χαρακτηριστικά στοιχεία της δομής του αγροτικού συνασπισμού εξουσίας [14].

Ταυτόχρονα, δεδομένης της αντίθεσης του κυπριακού λαού στο καθεστώς της αποικιοκρατίας, τα ελληνοκυπριακά στρώματα δεν αντιπροσωπεύονται από τους μηχανισμούς της κοινοπολιτείας αλλά μέσα από τις διαδικασίες καθολικής εκλογής του Αρχιεπισκόπου, ο οποίος αποτελεί και τον επίσημο διαμεσολαβητή των λαϊκών επιδιώξεων [15].

Συνολικά ιδωμένο το πολιτικό σύστημα παρουσιάζει μια εγκάρσια τομή όπου υπάρχει ένα επίπεδο συγκέντρωσης της ιμπεριαλιστικής εξουσίας το οποίο γίνεται προσπάθεια να νομιμοποιηθεί μέσω του Νομοθετικού Συμβουλίου, και ενός δεύτερου επιπέδου όπου ο αγροτικός συνασπισμός εξουσίας συναρθρώνεται γύρω από δύο παραμέτρους: την παρουσία της εκκλησίας ως φορέα πολιτικής και κοινωνικής εκπροσώπησης και της ύπαρξης του οικονομικού στρώματος των πιστωτών που μόνο μέσα σε συνθήκες διευρυμένης αγροτικής παραγωγής μπορούσε να λειτουργήσει.

Από τις αρχές της δεκαετίας του '30 και μέχρι το τέλος του πολέμου, η κατάσταση φαίνεται να αλλάζει. Η επέκταση των καπιταλιστικών στοιχείων στην κυπριακή οικονομία διαλύουν προγενέστερους τρόπους παραγωγής ενδυναμώνοντας την πρωτεύουσα και συναρθρωτική θέση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής [16]. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι εργαζόμενοι στη γεωργία αποτελούσαν το 1931 το 50,8% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού ενώ το 1946 είχαν υποχωρήσει στο 38%. Ταυτόχρονα, οι εργαζόμενοι στη βιομηχανία θα αυξηθούν από 12,9% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού το 1931 στο 20,7% το 1946 Τέλος, οι απασχολούμενοι στο εμπόριο και τα ελεύθερα επαγγέλματα θα μεταβληθούν από το 12,8% στο 23,6% [17]. Τέλος, η δράση των τοκιστών περιορίζεται μετά τη δημιουργία της Συνεργατικής Κεντρικής τράπεζας (1938), η οποία καθορίζει τα επιτόκια σε χαμηλά επίπεδα λειτουργώντας ανασταλτικά για την τοκογλυφία.

Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος θα ενισχύσει τις τάσεις αποδιάρθρωσης των παραδοσιακών δομών της κυπριακής οικονομίας τόσο λόγω της ανάπτυξης της ζήτησης προϊόντων εξαιτίας της αύξησης της παρουσίας του αγγλικού στρατού στο νησί, όσο και λόγω της πραγματοποίησης σημαντικών έργων υποδομής (στρατιωτικής και γεωργικής) [18]. Το αποτέλεσμα θα είναι οι αλλαγές στη μορφή του κοινωνικού συνασπισμού εξουσίας όπου ως ηγετική μερίδα δεν εμφανίζεται πια το τοκιστικό κεφάλαιο και η γαιοπρόσοδος, αλλά το εμπορικό, το κατασκευαστικό και το βιομηχανικό κεφάλαιο [19].

Β) Από το τέλος του β 'παγκοσμίου πολέμου μέχρι την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας.

Μετά το τέλος του β 'παγκοσμίου πολέμου πολλαπλασιάστηκαν οι πιέσεις από την πλευρά των ελληνοκύπριων για ανατροπή της βρετανικής κυριαρχίας και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του κυπριακού λαού. Ωστόσο για να γίνουν κατανοητές οι εξελίξεις θα πρέπει να υπάρξει αρχικά μια αναφορά στο κομμουνιστικό κίνημα της Κύπρου και στη συνέχεια στην ιστορική διαδρομή της αντίθεσης ΑΚΕΛ / Εθναρχίας.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου δημιουργείται τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '20 και το πρώτο Συνέδριό του πραγματοποιείται το 1926 Προβάλλοντας αιτήματα όπως η κατάργηση των αγροτικών χρεών και η απαλλοτρίωση της εκκλησιαστικής και τσιφλικάδικης περιουσίας [20] αποκτά μια σχετική εμβέλεια στα λαϊκά στρώματα. Η απαγόρευση της λειτουργίας του κόμματος μετά την αποτυχημένη εξέγερση του 1931 δυσκόλεψε αλλά δεν ανέστειλε τις δραστηριότητές του. Έτσι το στελεχιακό του δυναμικό θα πρωτοστατήσει στην ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων των εργαζομένων και το 1939 θα έχουν αναγνωριστεί 30 συντεχνίες από την αποικιακή κυβέρνηση ενώ άλλες 27 θα βρίσκονται υπό ίδρυση [21].

Το ξέσπασμα του β 'παγκοσμίου πολέμου αναδιαμορφώνει το σκηνικό και επιτρέπει την ελεύθερη δραστηριοποίηση των κομμουνιστών κυπρίων παρά το γεγονός πως η καθοδήγηση του επιλέγει σε ένα πρώτο στάδιο να διατηρεί το σύνολο του κομματικού μηχανισμού στην παρανομία και σε ένα δεύτερο (1941) στην συγκρότηση ενός νόμιμου προοδευτικού κόμματος στο οποίο θα συμμετείχαν τα μέλη του ΚΚΚ στοχεύοντας στη μεγιστοποίηση της συνολικής πολιτικής και ιδεολογικής εμβέλειας των κατευθύνσεων του κομμουνιστικού κόμματος [22]. Οι γενικότερες συνθήκες θα ευνοήσουν τη λειτουργία του νέου κόμματος κυρίως μέσω δύο συνιστωσών: Η πρώτη έχει να κάνει με την ανάγκη των εγγλέζων για την κατασκευή μεγάλων αμυντικών έργων, πράγμα που τους ανάγκασε, κάτω από την πίεση του ΑΚΕΛ, στην πραγματοποίηση σημαντικών παραχωρήσεων προς την εργατική τάξη. Έτσι, βελτιώθηκαν οι συνθήκες εργασίας, θεσπίστηκε το οκτάωρο, βελτιώθηκαν οι απολαβές, δόθηκε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στους εργαζόμενους κλπ. Το δεύτερο συνδέεται με τη συμμετοχή κύπριων εθελοντών, μελών και οπαδών του ΑΚΕΛ, στις τάξεις του αγγλικού στρατού. Η εξέλιξη αυτή εμπέδωσε την κοινωνική ειρήνη στο νησί [23] και επέτρεψε τη διενέργεια δημοτικών εκλογών.

Το ΑΚΕΛ θα κερδίσει τις πρώτες αυτές δημοτικές εκλογές (1943) και θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο την επιρροή του στις επόμενες (1946). Με τον τρόπο αυτό το αναδιαμορφωμένο κομμουνιστικό κόμμα, στο οποίο είχε πια συγχωνευτεί και το παράνομο ΚΚΚ, θα αναδειχθεί στη μεγαλύτερη πολιτική δύναμη της Κύπρου.

Το ερώτημα που τίθεται είναι πως το κυρίαρχο αυτό πολιτικό κόμμα θα απολέσει την πρωτοβουλία των κινήσεων στο θέμα της απελευθέρωσης της Κύπρου τόσο από την πλευρά της Εθναρχίας όσο και από την πλευρά της ΕΟΚΑ. Για να υπάρξουν πειστικές απαντήσεις θα πρέπει να γίνει αναδρομή στις κατά καιρούς υιοθετούμενες απόψεις του ΚΚΚ, και του ΑΚΕΛ στη συνέχεια, για το εθνικό ζήτημα. Στα πρώτα χρόνια που ακολούθησαν τη δημιουργία του το ΚΚΚ είχε υιοθετήσει τη θέση της ένταξης της ελεύθερης σοσιαλιστικής Κύπρου στα πλαίσια της Βαλκανικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας [24] σύμφωνα με το πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Η θέση αυτή, στην ουσία προσπαθούσε γραμμικά και μηχανιστικά να μεταφέρει τις ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες που επικρατούσαν στο χώρο της νεοσυσταθείσας ΕΣΣΔ στην εντελώς διαφορετική κατάσταση που υπήρχε εκείνη την εποχή στην περιοχή των Βαλκανίων- πόσο μάλλον της Κύπρου. Η εξέλιξη θα είναι το ΚΚΚ να αποκοπεί από την ανάγκη διατύπωσης μια πειστικής πολιτικής απάντησης στο υπαρκτό πρόβλημα της παρουσίας του ξένου κατακτητή, να γίνει δέκτης πολλαπλών κατηγοριών από την πλευρά της Εκκλησίας και τελικά να απομονωθεί από ευρύτερα λαϊκά στρώματα [25] που έβλεπαν το στόχο της Ένωσης ως μια δυνατότητα βελτίωσης των συνθηκών ζωής τους. Απότοκο όλης αυτής της πολιτικής αντίληψης είναι και η απουσία του κομμουνιστικού κόμματος από την εξέγερση του 1931, στην οποία όχι μόνο δεν συμμετείχε αλλά και "καταδίκασε ως εκδήλωση της Εκκλησίας και των μεγαλομπουρζουάδων" [26].

Η ανάπτυξη που θα σημειώσει το κόμμα στις αρχές της δεκαετίας του '40 οφείλεται, κατά ένα μέρος, και στο γεγονός της μεταστροφής της γραμμής για το εθνικό ζήτημα και της αποδοχής του αιτήματος της "Ενωσης". Ωστόσο οι παλινωδίες δεν θα σταματήσουν. Κατά τη διάρκεια της πρώτης Συνδιάσκεψης των κομμουνιστικών κομμάτων της Βρετανικής Αυτοκρατορίας ο γγ. του ΑΚΕΛ Φ. Ιωάννου θα τοποθετηθεί υπέρ της Ένωσης αλλά θα συναντήσει την έντονη αντίδραση των άλλων κομμουνιστικών κομματών και τελικά θα αναγκαστεί να συναινέσει σε μια γενικόλογη απόφαση της Συνδιάσκεψης που αναφερόταν στην ανάγκη αποχώρησης των άγγλων από το νησί και στην εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης για τους κύπριους [27 ]. Το γεγονός πως το ΑΚΕΛ δεν ήταν πεισμένο για την γραμμή του φαίνεται και από το ότι με άλλη αφορμή ο Φ. Ιωάννου δηλώνει πως "Ο τελικός σκοπός του ΑΚΕΛ είναι η οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας ... Στο σημερινό στάδιο- κάτω από τις συνθήκες της εθνικής σκλαβιάς του Κυπριακού λαού- το ΑΚΕΛ βάζει στην πρώτη θέση των επιδιώξεων του την εθνική αποκατάσταση του λαού με μέσο την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα »[28].

Οι παλινωδίες αυτές, οι οποίες είχαν σφραγίσει το κυπριακό κομμουνιστικό κίνημα από τη στιγμή της δημιουργίας του, θα αποκορυφωθούν με τη Σύγκλιση της Διασκεπτικής τον Νοέμβριο του 1947 Η Διασκεπτική αποτελούσε την υλοποίηση της πολιτικής της εργατικής κυβέρνησης για πραγματοποίηση μιας συνέλευσης όπου θα αποφασιζόταν η σύνταξη ενός προσωρινού Συντάγματος το οποίο θα προέβλεπε ένα σύστημα αυτοδιοίκησης του κυπριακού πληθυσμού ενταγμένο στο θεσμικό σύστημα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Ο Άγγλος κυβερνήτης θα είχε το δικαίωμα του βέτο ενώ παράλληλα η εκτελεστική εξουσία παρέμενε στο δικό του τομέα ευθύνης [29]. Στην ουσία η Διασκεπτική αποτελούσε μια τακτική κίνηση από την πλευρά των Βρετανών για διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης με την παραχώρηση ορισμένων στοιχείων αυτοδιοίκησης που σε καμία περίπτωση δεν έθιγαν την καρδιά του προβλήματος. Η κυπριακή Δεξιά και η Εκκλησία δεν θα συμμετάσχουν στη Διασκεπτική επιμένοντας στο αίτημα της Ένωσης και καταγγέλλοντας την Αριστερά για την προδιαγραφόμενη θετική στάση της. Το ΑΚΕΛ, αντιθέτως, όχι μόνο θα πάει αλλά και θα υποβάλει αντιπροτάσεις στο αγγλικό σχέδιο. Αυτό που προξενεί εντύπωση είναι πως αφού υποβάλλονται οι προτάσεις αυτές η Αριστερά θα διοργανώσει παγκύπριο συλλαλητήριο με σύνθημα "Αυτοδιάθεση- Ένωση» [30]! Η σύγχυση σε επίπεδο ηγεσίας είναι πλήρης και δεδομένης της καθυστέρησης των νέων προτάσεων της αγγλικής πλευράς αποφασίζεται να συναντηθεί αντιπροσωπία του ΑΚΕΛ με τον γ.γ. του ΚΚΕ Ν. Ζαχαριάδη. Ο τελευταίος θα αποδοκιμάσει τους χειρισμούς της ακελικής ηγεσίας και θα αντιτείνει την ανάπτυξη ένοπλου κινήματος που θα πολεμούσε την αποικιοκρατία σε συνδυασμό με τον αντίστοιχο ένοπλο αγώνα που γινόταν στη μητροπολιτική Ελλάδα [31]. Το γνωστό σύνθημα "λεύτερη Κύπρος σε λεύτερη Ελλάδα" θα έδινε την προτεραιότητα στο ελλαδίτικο μέτωπο ως βασική προϋπόθεση για την απελευθέρωση της Κύπρου [32]. Με τον τρόπο αυτό υποβαθμιζόταν η σημασία του Κυπριακού ως ευρύτερου αντιιμπεριαλιστικού στόχου με τη δική του ξεχωριστή σημασία που είχε για τους Κύπριους η αποτίναξη του αποικιακού ζυγού και η Ένωση με την Ελλάδα έστω και μέσα στο υπάρχον πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων. Δεν έγινε δυνατό να αντιληφθούν οι κομμουνιστικές ηγεσίες Ελλάδας και Κύπρου, όπως άλλωστε και στην εξέγερση του 1931, πως ο συσχετισμός δύναμης μεταξύ κεφαλαίου / εργασίας είναι σαφώς δυσχερέστερος για τη δεύτερη στην περίπτωση που τον επικαθορίζει η κυριαρχία του ξένου εισβολέα. Δεν μπόρεσε, επίσης, να γίνει αντιληπτό πως η σταθερή θέση του ΑΚΕΛ στο ζήτημα της Ένωσης θα αποδυνάμωνε την επιχειρηματολογία της Εθναρχίας και της Δεξιάς περί "απάτριδων" κομμουνιστών, ενώ θα ενίσχυε τον γενικότερο αντιμπεριαλιστικό αγώνα με την προοπτική της αφαίρεσης ενός κρίκου από την ιμπεριαλιστική αλυσίδα ...

Όπως και να 'χει το ζήτημα, η θέση του ΑΚΕΛ μετά από την παρέμβαση Ζαχαριάδη θα ξαναλλάξει και θα καταγγελθεί η διαδικασία της Διασκεπτικής. Όμως, όλα αυτά θα γίνουν με μεγάλη καθυστέρηση με αποτέλεσμα το κομμουνιστικό κόμμα να βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση. Γεγονός που οφειλόταν πρώτιστα στις εικοσάχρονες παλινωδίες του και δευτερευόντως στις λανθασμένες εκτιμήσεις για τις δυνατότητες που θα παρείχε η συμμετοχή στη Διασκεπτική. Το αποτέλεσμα θα είναι η αναβάθμιση της πολιτικής εμπιστοσύνης που έχαιρε η Εθναρχία και η ανάληψη των σημαντικότερων πρωτοβουλιών για το εθνικό ζήτημα από την τελευταία [33].

Έτσι τον Ιούλιο του 1948 με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκληλίας της Κύπρου θα συγκροτηθεί το Εθναρχικό Συμβούλιο που θα αναλάβει την καθοδήγηση του αγώνα για το εθνικό ζήτημα. Από το Συμβούλιο θα αποκλειστεί το ΑΚΕΛ. Η Εθναρχία θα πάρει την πρωτοβουλία για τη διενέργεια δημοψηφίσματος σχετικά με την 'Ενωση και το ΑΚΕΛ αναγκάζεται να σταματήσει μια ανάλογη δική προσπάθεια. Το αίτημα της Ένωσης θα εγκριθεί με συντριπτική πλειοψηφία (από τους 224.757 ελληνοκύπριους που είχαν δικαίωμα ψήφου οι 215.058 ψηφίσαν υπέρ της Ένωσης). Στη συνέχεια η Εθναρχία ασκώντας τον ηγεμονικό ρόλο της στις εξελίξεις θα συγκαλέσει (1952) την πρώτη Παγκυπριακή Εθνική Συνέλευση η οποία θα ζητήσει από την ελληνική κυβέρνηση να φέρει το Κυπριακό στην πρώτη σύνοδο του ΟΗΕ [34] εκφράζοντας το αίτημα του κυπριακού λαού για Ένωση με την Ελλάδα.

Ωστόσο, ο στόχος αυτός θα ήταν δύσκολο να εκπληρωθεί. Από τη μια, γιατί οι Βρετανοί ήταν απόλυτα αρνητικοί απέναντι σε οποιαδήποτε ενδεχόμενο απώλειας εθνικού τους εδάφους. Από την άλλη, γιατί η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκοντας να μη συγκρουστεί με τους μέχρι πρόσφατα βασικούς της συμμάχους, ακολουθούσε μια πιο μετριοπαθή γραμμή προβάλλοντας στους διάφορους διεθνείς οργανισμούς το αίτημα της αυτοδιάθεσης. Εν τούτοις, αφενός το γεγονός της έναρξης της ένοπλης δράσης της ΕΟΚΑ το 1955 και αφετέρου η έντονη αποδοκιμασία που υπήρχε στο νησί θα οδηγήσει τους Άγγλους στην αναγκαστική σύγκλιση της Τριμερούς Διάσκεψης το ίδιο έτος με τη συμμετοχή των τριών ενδιαφερόμενων χωρών (Μ. Βρετανία, Ελλάδα , Τουρκία) με σκοπό την διατύπωση των θέσεων του κάθε εμπλεκόμενου μέρους. Πρόκειται για μια προσπάθεια διαχείρισης της κρίσης με είσοδο στη διαμάχη και της Τουρκίας, η οποία αναλαμβάνει το ρόλο του παίκτη αλλά και του διαιτητή από στιγμή που λειτουργεί διαμεσολαβητικά στην αντίθεση Βρετανίας- Ελλάδας.

Στη φάση αυτή τα ιδιαίτερα συμφέροντα του κάθε εμπλεκόμενου παράγοντα έχουν ως εξής:

Η Αγγλία επιθυμούσε τη διατήρηση του status quo γιατί στην κρίσιμη αυτή περίοδο είχε χάσει τον έλεγχο της Κρήτης και της Παλαιστίνης, ενώ το 1956 θα απολέσει και τον έλεγχο της διώρυγας του Σουέζ [35]. Για να αποκατασταθούν οι δυνατότητες της εμβέλειάς της στη Μ. Ανατολή θα δημιουργήσει μια σειρά από νέες βάσεις στη Λιβύη, στη νοτιοανατολική Αραβία, στο Ιράκ και στην Ιορδανία [36] και θα της είναι εντελώς απαραίτητη η παγίωση της παρουσίας της στην Κύπρο [37]. Με τον τρόπο αυτό, αντισταθμίζονταν μια σειρά από κίνδυνοι που ήταν πιθανό να προκύψουν λόγω των εξελίξεων στο Ιράν και στην Αίγυπτο [38], έτσι ώστε να προστατευτούν τα έσοδα των βρετανικών πετρελαϊκών εταιρειών [39].

Η Τουρκία είχε ως στόχο, ιδιαίτερα μετά την ισχυροποίηση της ΕΣΣΔ, τον έλεγχο των Στενών των Δαρδανελίων και των γειτονικών περιοχών της [40]. Ειδικότερα, η προσάρτηση της Κύπρου θα της επέτρεπε τον ανεφοδιασμό της, σε περίπτωση πολέμου, από τα νότια λιμάνια της- δεδομένου ότι τα δυτικά θα βρίσκονται στην ακτίνα δράσης του εχθρού [41]. Τα νότια, όμως, λιμάνια είναι κάτω από τη σκιά της Κύπρου, γεγονός που δυσχέραινε πολύ τη θέση της Τουρκίας αλλά και τους γενικότερους προσανατολισμούς των ΗΠΑ [42] στην περίπτωση που η Κύπρος προσαρτάτο στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο η Ελλάδα θα ενίσχυε τη θέση της στη ΝΑ. Μεσόγειο και θα έλεγχε τις θαλάσσιες προσβάσεις προς τα λιμάνια της Αλεξανδρέττας, της Μερσίνης και του Γιουμαρτιλίκ που ήταν ταυτόχρονα και θαλάσσιοι κόμβοι αλλά και σημεία στα οποία κατέληγαν πετρελαιαγωγοί [43].

Παράλληλα σε ένα πιο γενικό πλαίσιο στρατηγικής η Τουρκία επιδιώκει την αναβάθμιση της απέναντι στην Ελλάδα σε σχέση με τα προπολεμικά δεδομένα- στόχος που έπαιρνε τη μορφή της προσπάθειας αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάνης, γεγονός που στηριζόταν τόσο στην ενίσχυση του αμερικάνικου ενδιαφέροντος στην περιοχή όσο και στην αντικειμενικά καλύτερη θέση που βρισκόταν η Τουρκία στη νέα εποχή: είχε διατηρήσει την ουδετερότητά της στον β παγκόσμιο πόλεμο, (σε αντίθεση με τον πρώτο που ανήκε στους ηττημένους), ενώ ο κεμαλισμός είχε επιτύχει μια εξομάλυνση της κοινωνικής ζωής τέτοια που επέτρεψε την οικονομική ανάπτυξη αλλά και την ομαλή ένταξή της στις χώρες του ΝΑΤΟ.

Τέλος, αλλά όχι έσχατο η εναλλαγή στην πολιτική εξουσία που σημάδεψε τις εξελίξεις στη δεκαετία του '50 με την εκλογική νίκη του Δημοκρατικού κόμματος του Α. Μεντερές θα επηρεάσει και την πολιτική της Τουρκίας στο Κυπριακό. Έτσι, το γεγονός πως το Δημοκρατικό κόμμα προχώρησε σε μια σειρά από αυταρχικές μεθοδεύσεις (λογοκρισία στον τύπο, ασφυκτικός περιορισμός των ακαδημαϊκών ελευθεριών [44], απαγόρευση της λειτουργίας του Εθνικού κόμματος [45]) ήδη από το 1954 θα αντισταθμίσει, σε επίπεδο της κοινωνικής συναίνεσης τα θετικά στοιχεία που είχε η οικονομική πολιτική που ακολουθήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του '50. Οι αρνητικές εξελίξεις που θα σημαδέψουν την τουρκική οικονομία στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του '50 (αύξηση του πληθωρισμού και του δημόσιου χρέους, πτώση των ρυθμών ανάπτυξης, διεύρυνση των παραοικονομικών δραστηριοτήτων) θα έχουν ως συνέπεια την παρέμβαση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Η αυξανόμενη δυσαρέσκεια θα οδηγήσει στην απώλεια σημαντικών τμημάτων ψηφοφόρων για το Δημοκρατικό κόμμα, εξέλιξη που θα έχει ως απότοκο την ακόμα μεγαλύτερη αυταρχικοποίηση της πολιτικής ζωής της Τουρκίας (ασφυκτικός έλεγχος των ΜΜΕ, συγκρότηση εξεταστικής κοινοβουλευτικής επιτροπής με σκοπό τη διερεύνηση των πιθανών σχέσεων της αντιπολίτευσης με τον Στρατό, νομιμοποίηση της λειτουργίας αυτόνομων θρησκευτικών οργανώσεων- γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση του Στρατού και των διανοούμενων που φοβούνταν το ενδεχόμενο ανατροπή του κοσμικού χαρακτήρα του κεμαλικού κράτους [46]). Η δυσφορία αυτή επιχειρήθηκε να τιθασευτεί με τη διατύπωση αξιώσεων στην Κύπρο αλλά και την όξυνση των σχέσεων με την Ελλάδα (Σεπτεμβριανά). Από το σημείο αυτό και ύστερα, παρά την επέμβαση του Στρατού και την εκτέλεση Μεντερές, η τουρκική άρχουσα τάξη θα συμπεριλάβει ως οργανικό στοιχείο της στρατηγικής της και μια σειρά από διεκδικήσεις που σχετίζονται με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις ..

Η Τριμερής θα αποτύχει για δύο λόγους: Καταρχήν γιατί κατά τη διάρκειά της ξέσπασαν οι τουρκικοί βανδαλισμοί στην Κωνσταντινούπολη- γεγονός που θα επηρεάσει σαφώς το κλίμα μέσα στο οποίο διεξάγονταν οι διαπραγματεύσεις. Δεύτερο, και πιο σημαντικό, γιατί τα επιμέρους συμφέροντα των τριών εμπλεκόμενων χωρών δεν ταυτίζονταν σε κάποιο σημείο, έτσι ώστε να μπορέσουν να υπάρξουν οι όροι για την επίτευξη συμφωνίας. Οι Τούρκοι ήταν ευχαριστημένοι που τους είχε ανατεθεί ο ρόλος του συνδιαχειριστή του ζητήματος και προτιμούσαν να μείνουν τα πράγματα ως έχουν κάτω από την αγγλική επικυριαρχία, από το ενδεχόμενο να αποκτήσουν οι Έλληνες τον πρώτο λόγο στο νησί. Οι Έλληνες δεν μπορούσαν να συναινέσουν, κάτω μάλιστα και από την πίεση του Μακάριου και της ΕΟΚΑ, παρά μόνο στη λύση της αυτοδιάθεσης [47]. Οι Βρετανοί, τέλος, ήταν αποφασισμένοι να μην απολέσουν τον συνολικό έλεγχο του νησιού για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν.

Η συνέχεια θα χαρακτηριστεί από δύο σημαντικές παραμέτρους: αφενός από την ένταση των συγκρούσεων στο νησί και αφετέρου από την προσπάθεια της αποδοχής μιας πιο μετριοπαθούς λύσης που θα εμπεριείχε την προοπτική της αυτοδιάθεσης κάτω από την υψηλή εποπτεία του Βρετανού κυβερνήτη, ο οποίος θα έχει και την ευθύνη της εθνικής άμυνας (προτάσεις Χάρντιγκ) [48]. Η ελληνική πλευρά θα αναγκαστεί σε αυτή την υποχώρηση τόσο λόγω της εκτίμησης ότι ο ένοπλος αγώνας δεν θα οδηγούσε άμεση αποχώρηση των Άγγλων, όσο και γιατί δεδομένης της ύπαρξης δύο διαφορετικών εθνοτήτων ετίθετο το ζήτημα της διπλής ένωσης με Τουρκία και Ελλάδα- πράγμα που σήμαινε τη σαφή ενίσχυση της θέσης της Τουρκίας εξαιτίας της γεωγραφικής της εγγύτητας με την Κύπρο [49]. Ωστόσο, οι εξελίξεις αυτές δεν θα προχωρήσουν λόγω των αιματηρών συγκρούσεων που θα λάβουν χώρα στο νησί και των παρεπόμενων αυτών (καταδίκη σε θάνατο Καραολή, σύλληψη και εξορία του Μακάριου και του Μητροπολίτη Κερύνειας, απαγόρευση κυκλοφορίας δύο αριστερών ελληνοκυπριακών εφημερίδων και μιας τουρκοκυπριακής).

Οι Βρετανοί επιδιώκοντας να ενισχύσουν τη θέση τους θα επιχειρήσουν να συσφίξουν τις σχέσεις τους με το τουρκοκυπριακό στοιχείο, στοχεύοντας στη χρησιμοποίησή της μειονότητας ενάντια στους ελληνοκύπριους. Πρόκειται για μια προσπάθεια που διαρκεί σε όλο το διάστημα της κυριαρχίας τους στο νησί [50], αλλά με θα λάβει μεγαλύτερη ένταση από το 1955 και έπειτα, οπότε θα προσπαθήσουν όχι μόνο να εκμεταλλευτούν αλλά και να εντείνουν τις αντιθέσεις μεταξύ ελληνοκύπριων και τουρκοκύπριων [51 ].

Ειδικότερα, αμέσως μετά την έναρξη του αντάρτικου της ΕΟΚΑ οι άγγλοι θα ενισχύσουν την αστυνομία με τη δημιουργία του επικουρικού σώματος, το οποίο αποτελούνταν κατά συντριπτική πλειοψηφία από τουρκοκύπριους (1700 σε σύνολο 1770 ατόμων). Παράλληλα, ιδρύεται και η μηχανοκίνητη μονάδα της αστυνομίας συγκροτούμενη στην ολότητά της από τουρκοκύπριους. Το αποτέλεσμα θα είναι το πέρασμα στην πρώτη γραμμή των ένοπλων συρράξεων σημαντικών τμημάτων του τουρκοκυπριακού πληθυσμού και η όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ ελληνοκύπριων και τουρκοκύπριων. Δεν είναι τυχαίο πως οι εκτελέσεις τουρκοκύπριων αξιωματικών της αστυνομίας που θα πραγματοποιήσει η ΕΟΚΑ θα συνοδευτούν από βίαια και αιματηρά επεισόδια μεταξύ μελών των δύο κοινοτήτων [52]

Αυτό που θα πρέπει να υπογραμμιστεί είναι πως μια τέτοια τακτική δεν αποτελεί ιδιομορφία της στάσης των άγγλων στην Κύπρο. Αντιθέτως, συνιστά χαρακτηριστικό γνώρισμα της πολιτικής των αποικιοκρατικών δυνάμεων.

Το πρώτο παράδειγμα που μπορούμε να δώσουμε αφορά τη Ρουάντα όπου υπάρχουν ουσιαστικά δύο φυλές, οι Τούτσι που αποτελούν το 15% του πληθυσμού και οι Χούτου που αποτελούν το υπόλοιπο 85%. Το 1916 όταν οι Βέλγοι κατέλαβαν την εξουσία παραχώρησαν στους Τούτσι υπέρμετρες εξουσίες, αυξάνοντας έτσι την ήδη παγιωμένη κυριαρχία τους. Στα τελευταία χρόνια πριν από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας (1962), η Βελγική κυβέρνηση αποφάσισε και χρησιμοποίησε και κάποιους από τους Χούτου στον κυβερνητικό μηχανισμό. Το αποτέλεσμα ήταν η μεταστροφή των Τούτσι ενάντια στην κυβέρνηση και η υιοθέτηση μια εθνικιστικής ιδεολογίας έτσι ώστε να αποχωρήσουν οι Βέλγοι και να διατηρήσουν οι Τούτσι την ηγεμονία τους. Πρόκειται για στόχο που τελικά δεν επετεύχθη και με αιματηρό τρόπο το 1959 οι Χούτου κατίσχυσαν πάνω στους Τούτσι.

Το δεύτερο παράδειγμα σχετίζεται με την Ουγκάντα ​​όπου από το 1990 οι Βρετανοί χρησιμοποίησαν ως στρατιώτες και αστυνομικούς άτομα που κατάγονταν από διάφορες φυλές κυρίως του νότιου Σουδάν που παλιότερα ανήκαν στη φυλή των nubis. Οι τελευταίοι διαμορφώθηκαν ως μειονότητα από την βρετανική αποικιοκρατία και όταν οι εγγλέζοι έφυγαν κατέλαβαν την εξουσία ενάντια στους Baganda που αποτελούσαν την πλειοψηφία των γηγενών ουγκαντέζων.

Το τρίτο παράδειγμα σχετίζεται με τους μαρωνίτες στο Λίβανο, τους οποίους προωθούσαν οι Γάλλοι σε αντιδιαστολή με τους μουσουλμάνους που ήταν και η πλειοψηφία. Το αποτέλεσμα θα είναι το ξέσπασμα του εμφυλίου.

Το τέταρτο παράδειγμα συνδέεται με την κατάσταση που υπήρχε στο Σουδάν επί Αγγλοκρατίας .. Οι Βρετανοί χρησιμοποίησαν τα εμπορικά δίκτυα και τη δύναμη των βορείων Σουδανέζων που έχουν αραβική καταγωγή για να σχηματίσουν μια μετα- αποικιοκρατική αστική τάξη η οποία ύστερα από την αποχώρησή τους θα διαφύλαττε τα συμφέροντα της Αγγλίας. Οι συνέπειες της πολιτικής αυτής θα είναι η παραβίαση των δικαιωμάτων των στρωμάτων που ανήκουν σε φυλές είτε του Νότιου είτε του Ανατολικού Σουδάν.

Η συνέχιση της δράσης της ΕΟΚΑ [53], η ένταση της λαϊκής αποδοκιμασίας απέναντι στον βρετανό κατακτητή, αλλά και η διεθνοποίηση του Κυπριακού με τη συζήτηση του ζητήματος στην γενική συνέλευση του ΟΗΕ και η υιοθέτηση της διατύπωσης περί απελευθέρωσης του Μακάριου [54] καθώς και η απόρριψη από την ελληνική πλευρά του σχεδίου Ράντκλιφ που προέβλεπε ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση των εξουσιών του Κυβερνήτη, θα αναγκάσουν την αγγλική πλευρά σε αλλαγή πλεύσης- δεδομένης και της ενίσχυσης της θέσης των ΗΠΑ στο εσωτερικό του νατοϊκού συνασπισμού και τη γενικότερη αποδιάρθρωση της βρετανικής αυτοκρατορίας [55 ], γεγονός που περιόριζε τη δυνατότητα χρησιμοποίησης της Κύπρου για στρατιωτικές δραστηριότητες [56].

Στο χρονικό αυτό σημείο παρατηρείται μια «χιαστή» κίνηση των προσανατολισμών της ελληνικής και της ελληνοκυπριακής ηγεσίας. Μια κίνηση που έχει ως συνισταμένη το αίτημα της ανεξαρτησίας, μόνο που για κάθε συνιστώσα αυτό προσλαμβάνει διαφορετικό περιεχόμενο. Η ελληνική πλευρά βλέποντας την υποβάθμιση της ισχύος των Βρετανών αλλάζει στάση και προκρίνει το αίτημα της ανεξαρτησίας ως μεταβατική φάση προς την πραγματοποίηση της Ένωσης. Η ελληνοκυπριακή πλευρά, διαπιστώνοντας την άνοδο της δικής της δύναμης (βλ παρ.) Αποφασίζει την εγκατάλειψη του αιτήματος της ένωσης και την υιοθέτηση αυτού της ανεξαρτησίας ως μόνιμης και οριστικής λύσης του προβλήματος [57] - πόσο μάλλον που γινόταν και η εκτίμηση ότι στην πραγματικότητα το μοναδικό ενδεχόμενο ήταν η διπλή ένωση και κατά συνέπεια η απώλεια "εθνικού" ζωτικού χώρου από την πλευρά της [58], κάτι που λίγο ενδιέφερε την ελλαδίτικη πλευρά που θα έβλεπε την αύξηση της επικράτειάς της με την προσάρτηση μιας τόσο νευραλγικής περιοχής [59] .

Στην πραγματικότητα αυτό που θα πρέπει να υπογραμμιστεί είναι πως εν σπέρματι αυτή η κατεύθυνση της ελληνοκυπριακής αστικής τάξης υπήρχε ήδη στη μήτρα της πολιτικής της από τη στιγμή που η Εθναρχία θα αναλάβει την πρωτοβουλία των κινήσεων στο τέλος της δεκαετίας του '40. Συγκεκριμένα στο εσωτερικό των ελληνοκυπριακών συντηρητικών δυνάμεων ελλόχευε η αντίθεση μεταξύ δύο διαφορετικών πολιτικών προσανατολισμών. Στο κοινωνικό επίπεδο, η Εθναρχία εκπροσωπούσε τα πιο δυναμικά τμήματα της αστικής τάξης του ανερχόμενου εμπορικού, τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου ενώ η γριβική πλευρά αντιπροσώπευε τα στρώματα εκείνα που είχαν συνδεθεί με τον αγροτικό συνασπισμό εξουσίας και χαρακτηρίζονταν από μια πιο "στατική" αντίληψη των πραγμάτων. Στο πολιτικό επίπεδο η παραπάνω αντίθεση θα εκφραστεί με τη δημιουργία και τη δράση της ΕΟΚΑ, με την οποία ποτέ δεν ταυτίστηκε η Εθναρχία. Η τελευταία αντιμετώπισε την ΕΟΚΑ περισσότερο ως ένα μοχλό που επιτάχυνε την πραγματοποίηση των σχεδίων της, παρά ως τη στρατιωτική έκφραση του πολιτικού της αγώνα. Είναι φανερό πως σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του '50 ο πιο ισχυρός πόλος είναι αυτός της Εθναρχίας, ο οποίος αναγνωρίζεται από το σύνολο των ελληνοκύπριων, και την Αριστερά, ως ο αντιπρόσωπός τους στις διεθνείς συνομιλίες και στις διαπραγματεύσεις με τους Άγγλους. Η δυνατότητα δημιουργίας ανεξάρτητου κράτους θα πρέπει να υπήρχε από την αρχή στα ενδεχόμενα τα οποία αντιμετώπιζε η Εθναρχία- εδώ υπήρχε το ενδεχόμενο της διευρυμένης αυτονομίας [60] - η συνολική διαμόρφωση των πολιτικών και διπλωματικών εξελίξεων, που ήδη περιγράφηκαν, είναι που θα γείρει την πλάστιγγα προς την αποδοχή αυτής της λύσης

Συμπερασματικά, η ύπαρξη δύο διαφορετικών στρατηγικών που χαρακτήριζε την ελλαδίτικη και την ελληνοκυπριακή αστική τάξη, θα συμπυκνωθεί στο αίτημα της ανεξαρτησίας, όπου για κάθε πλευρά θα λάβει εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Η αντιφατική αυτή ενότητα θα σφραγίσει τις μετέπειτα εξελίξεις.

επιστροφή στην κορυφή